Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2018

Η επανάληψη της ιστορίας ως ιστορία της επανάληψης…


Μ
ια από τις λεγόμενες φράσεις ‘της πιάτσας’ λέει πως, αν έχεις το πιστόλι δεν το κρύβεις στο συρτάρι. Πάει να πει, δεν είναι δυνατόν να έχεις τη δύναμη και να μην τη χρησιμοποιείς. Ακόμη κι αν δεν το κάνεις στην αρχή, κάποια στιγμή, μοιραία ίσως, θα υποκύψεις, θα λυγίσεις. Θ’ανοίξεις το συρτάρι και θα πάρεις το πιστόλι στο χέρι… και ένας θεός ξέρει τι θ’ακολουθήσει.
Το λοιπόν, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Κι όχι ‘ως φάρσα’ ή ως οτιδήποτε άλλο μεταλλαγμένο υπο-προϊόν. Επαναλαμβάνεται νέτα-σκέτα. Βεβαίως με άλλους πρωταγωνιστές. Οπωσδήποτε με άλλα μέσα. Σε κάποιο άλλο σκηνικό, όπως με τα θεατρικά έργα. Τσέχωφ ανεβάζουμε. Μπορεί το Θείο Βάνια κάποτε να τον έπαιζε ο τάδε, μετά ο δείνα, σήμερα κάποιος άλλος. Μπορεί η σκηνοθετική άποψη τότε να ήταν αυτή, τα σκηνικά κάπως έτσι… σήμερα είναι κάπως αλλιώς, δεν έχει σημασία. Το έργο είναι το ίδιο. Άμλετ ανεβάζουμε. Δεν έχουμε Λόρενς Ολίβιε, κανένα πρόβλημα. Ηθοποιούς έχουμε σωρό, όλοι μπορούν να παίξουν, υπό συνθήκες, τον δυστυχισμένο Δανό πρίγκιπα. Και άντρες και γυναίκες εν αφθονία για όλους τους ρόλους. Και σκηνικά και κοστούμια και φώτα και μουσικές και απ’όλα. Οιδίποδα ανεβάζουμε. Και ξέρουμε τις ορίζουσες. Δεν αλλάζουν. Ο άνθρωπος που εν αγνοία του φόνευσε τον πατέρα του και κοιμήθηκε με τη μητέρα του. Και όταν το μαθαίνει βγάζει τα μάτια του… Η ιστορία επαναλαμβάνεται με τελετουργική σχεδόν ακρίβεια, με ενοχλητική κανονικότητα.
Ναι, με ενοχλητική κανονικότητα.
Είναι σχεδόν αστείο κι όμως συμβαίνει. Στη νεότητά σου, επειδή ακριβώς η έννοια της ιστορίας, υφίσταται περισσότερο ως αίσθηση παρά ως γνώση –ιστορία είναι ό,τι έχεις ζήσει εσύ και έχει ανάπτυγμα χρόνου την ηλικία σου- έχεις την απόλυτη βεβαιότητα πως όλα μπορούν να αλλάξουν. Πάει να πει, μηδενίζω το κοντέρ της ανθρωπότητας και τα φτιάχνω όλα από το μηδέν. Ό,τι κληρονόμησα δεν με ενδιαφέρει, άλλοι τα έφτιαξαν, δεν είμαι υπόλογος γι αυτά. Στην ουσία, δεν είμαι υπόλογος για τίποτα. Κι εφόσον όλα αυτά που κάποιοι άλλοι μου κληροδότησαν δεν μου αρέσουν καθόλου και τα σιχαίνομαι και μπορώ άνετα και να αφοδεύω επ’αυτών, τα συντρίβω και στη θέση τους… εδώ είναι ένα μικρό ζήτημα, τι θα βάλω στη θέση τους… δεν έχει σημασία… προς στιγμήν σημασία έχει η καταστροφή… να πάψει το χτες να με ενοχλεί, να με δυναστεύει, να με τυραννάει… ούτε φιλοσοφίες, ούτε λογοτεχνίες, ούτε αγάλματα, ούτε κτήρια, ούτε κείμενα, ούτε τραγούδια, ούτε κειμήλια, ούτε παραμύθια… τίποτε… Μακάρι να ξυπνούσα ένα πρωί και να μην υπήρχε τίποτε απ’αυτά. Θα ξεκινούσαμε τον κόσμο απ’την αρχή. Reboot… Πατάμε το κουμπί της επανεκκίνησης… Και να δούμε τι θα βγάλει…
Καταραμένη κι ευλογημένη έπαρση της νεότητας…
Θυμάμαι τη Ρουσία του Καζαντζάκη… θυμάμαι και ζηλεύω μαζί… Γιατί ήταν ένας από τους ελάχιστους που είχαν τη μέγιστη προνομία να βιώσουν από κοντά, από πολύ κοντά το μεγάλο πείραμα σχεδόν εν τη γενέσει του… σαν επιστήμονας που παρατηρεί τα αποτελέσματα της επαναστατικής ανακάλυψής του στο πειραματόζωο με άπληστα μάτια… Το φοβερό εγχείρημα είχε μεθύσει τον έλληνα διανοητή και συγγραφέα… ήταν στα σπάργανα, ζεστό ακόμα, ασχημάτιστο… έβλεπε, βίωνε, γευόταν, ονειρευόταν… τι θα απογίνει με τούτη τη πελώρια χώρα αν το νιογέννητο βρέφος μεγαλώσει και πατήσει γερά στα πόδια του; Όλος ο κόσμος, ο παλιός, ο σάπιος, όσα ξέρουμε και δεν ξέρουμε πάνε στα τσακίδια. Να πάνε χίλιες φορές! Μέθυσε και ναρκώθηκε ο Καζαντζάκης αλλά όχι για πολύ… μετά από λίγα χρόνια είχε ξεμεθύσει και αναζητούσε άλλα… Θυμάμαι που τον καλεί στο φτωχικό της σπίτι μια κοπέλα που εργάζεται, όπως όλοι, με πρωτοφανή θέρμη για το θεμελίωμα των αρχών της επανάστασης. Τρώνε λιτά και πίνουν στο ξεπαγιασμένο καμαράκι της κοπέλας και μιλούν… Λένε πολλά… περισσότερο εκείνος… προσπαθεί να φέρει αντιρρήσεις, ο παλαιός άνθρωπος σαστισμένος εμπρός στο μεγαλείο του νέου… σαν τον αμήχανο Νικόδημο δίπλα στον Ιησού… δεν μπαίνεις γερο-Νικόδημε στη Βασιλεία των Ουρανών αν δεν γεννηθείς άνωθεν… -να ξαναγεννηθώ Ραβί; Και πώς θα μπω στη μήτρα της μάνας μου ξανά; Φαντάζομαι τον Ιησού να του χαμογελάει… Αυτά του λέει και η κοπέλα του Κρητικού με τα μεγάλα μάτια και την αξεδίψαστη ψυχή… Μπλα-μπλα… εσείς οι δυτικοί όλο μπλα-μπλα… σάπιες κουβέντες εδώ που χωράει μονάχα δουλειά… συζητήσεις… η συνήθεια των γέρων, η απόλαυση των παρακμιακών δίπλα στα αναμμένα τζάκια με τα στομάχια τους πρησμένα απ’το φαί… χιλιάδες λέξεις, λέξεις ωραίες και άχρηστες, θεωρίες, φιλοσοφίες… ο παλιός κόσμος αντιδρά, παλεύει σαν το φίδι να γλιτώσει από τη μπότα που θα του συντρίψει το κεφάλι… παλέψτε το λοιπόν όσο θέλετε γιατι όπου να’ναι έρχεται η αρβύλα που θα σας παύσει το φως απ’τα μάτια σας… Κι έφυγε θαρρώ ο Καζαντζάκης από το σπίτι τούτης της τρομερής γυναίκας με την ουρά στα σκέλια και το μυαλό να βράζει…
Μα τι έγινε τελικά;
Αν μπορούσε η κοπέλα εκείνη να κοιμηθεί για ενενήντα χρόνια και ξυπνούσε σήμερα, στη μοντέρνα Ρωσία του Πούτιν… τι θα έλεγε αλήθεια; Τι θα σκεφτόταν; Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου, πίστευε τότε… Τι στο διάτανο συνέβη και ξύπνησε ξανά στο… παρελθόν;
Πορνεία, φτώχια, αδικία, έγκλημα, εκμετάλλευση, αμορφωσιά, κτηνωδία…
Αποτύχαμε…
Διαφθορά, πόλεμοι, έμποροι ναρκωτικών, έμποροι όπλων, νεοναζί, ρατσιστές στους δρόμους, χούλιγκανς στα γήπεδα, αλήτες στα κοινοβούλια…
Αποτύχαμε οικτρά!
Μπορεί τα ρούχα να άλλαξαν, τα μαύρα πολυτελή αυτοκίνητα να γέμισαν τους δρόμους, η τεχνολογία να έχει αποκοιμίσει όλο τον πλανήτη… η κοπέλα δεν θα ξεγελιόταν… θα πικραινόταν βαθιά όμως… τίποτε δεν άλλαξε… το ίδιο έργο με άλλους πρωταγωνιστές…
Η ιστορία επαναλαμβάνεται… με τελετουργική ακρίβεια, με ενοχλητική κανονικότητα…
Λες κι είναι έτοιμο πάντα ένα πιστόλι να περιμένει σε ένα ξεχασμένο συρτάρι εκείνον που θα το νιώσει στην παλάμη του. Αρκεί να οικοιωθείς με το μέγεθος, να το ζυγιάσεις καλά, να το φορέσεις όμορφα μέσα στη χούφτα σου… μέσα στη ψυχή σου… να το χαϊδέψεις ερωτικά, να το κανακέψεις… κι ύστερα, αρκεί το δάχτυλο να πιέσει απαλά τη σκανδάλη…


Wine cellar

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2018

Το να είσαι ευτυχής είναι μια πράξη τρέλας…



Έ
νας από τους πιο κρυφούς και αθέατους εσωτερικούς μηχανισμούς άμυνας που διαθέτουμε είναι η αντίσταση στη… χαρά! Θα έλεγε κανείς πως αυτό μοιάζει ταυτόσημο με την αντίσταση στην ίδια τη ζωή. Ή πως έρχεται σε αντίθεση με το ίδιο το ένστικτο της επιβίωσης. Κι όμως δεν είναι έτσι. Και δεν έρχεται σε αντίθεση με τίποτε. Η χαρά έρχεται σε αντίθεση με την εγγενή ροπή του οργανισμού, όλου του είναι προς την επιβίωση!
Παραδέχομαι πως το θέμα αυτό ενέχει αρκετές παραδοξότητες επειδή ακριβώς βιο-φιλοσοφικά ‘μαθαίνουμε’ από νέοι να αναζητούμε τη χαρά, την ευδαιμονία, το ευζήν… Με τι όρους όμως; Με ποιες ορίζουσες; Εκεί ακριβώς θα συναντήσει κάποιος αργά ή γρήγορα, θέλει δεν θέλει, τούτο το μηχανισμό και είναι βέβαιο πως στην αρχή δεν θα τον αναγνωρίσει, δεν τον περιλαμβάνει στον προγραμματισμό του, δεν τον περιέχει το λεξιλόγιό του. Όμως κάποια στιγμή, ο ίδιος ο μηχανισμός αποκαλύπτεται σε όλο του το… μοχθηρό μεγαλείο και μάλιστα ανάγλυφα. Καθώς είναι ένας ακόμη μηχανισμός διατήρησης. Ένα ακόμη ‘λογισμικό’ που προσωπικά τοποθετώ στη χωρία των ελιγμών επιβίωσης. Η χαρά δεν είναι ελιγμός επιβίωσης. Ούτε η θλίψη. Η χαρά είναι απόπειρα καταστροφής του λογισμικού. Είναι υπέρβαση, είναι μια πράξη τρέλας.
Η πρωτογενής ένσταση είναι πως όταν είμαστε ‘καλά’, όταν είμαστε ‘ευτυχείς’ είμαστε και υγιείς. Όταν νιώθουμε καλά τότε η ζωή μοιάζει όμορφη, τα προβλήματα ξεπερνιούνται, όλα λύνονται, όλα βαίνουν καλώς… Αυτή βέβαια είναι μια ‘καλολογική’ ψευδαίσθηση, ένας ευφημισμός, ένα βάπτισμα του κρέατος σε ψάρι… Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε σχεδόν για τίποτε… άρα μπορούμε κάλλιστα να προσποιηθούμε ότι κάνουμε τα πάντα για τα πάντα… το αποτέλεσμα είναι το ίδιο… θεωρούμε όμως ότι έχουμε πάρει έναν άλλο δρόμο, ότι ‘ζούμε τη στιγμή’ κατά το ελεεινολόγημα του συρμού, έχουμε τον έλεγχο όσων μας συμβαίνουν ή ακόμα χειρότερα και με ύψιστη οίηση και άθλια ύβρη οντολογικών διαστάσεων, ‘εμείς φτιάχνουμε τη μοίρα μας’… Λες και η Ειμαρμένη, η Μοίρα ή το Πεπρωμένο δίνει δεκάρα αν πιστεύουμε πως έχουμε την παραμικρή επιρροή στις συμπαντικές του καθολικές δράσεις… έστω…
Οι χριστιανοί ασκητές, οι ‘αθλητές της ερήμου’, οι αναζητητές της Αλήθειας, οι ανατολίτες αναχωρητές, οι πρίγκιπες της μοναξιάς, μέσα από τις αναρίθμητες καθημέριες μάχες τους ενάντια σε οτιδήποτε εναντιώνεται στην Αναλογία, το Εν, τον Άχρονο, την Ισορροπία, την Αρμονία, το Αχανές –όπως κι αν το ονομάζουν οι παραδόσεις και τα θρησκευτικά σχήματα- διέτρεξαν όλες αυτές τις διαδρομές, χαρτογράφησαν όλες τις επικίνδυνες περιοχές, πέρασαν αμέτρητες νύχτες και μέρες σε κοιλάδες θλίψης και υψώθηκαν σε κορυφές απροσμέτρητης μοναξιάς από όπου η θέαση των ανθρωπίνων προκαλεί ίλιγγο… ούτε χαρά, ούτε λύπη… δέος, τρόμο και σιωπή… Οι περισσότεροι από τους λεγόμενους ‘φυσιολογικούς’ ή ‘κανονικούς’ ανθρώπους δεν μπορούν ούτε να διανοηθούν το εύρος και τη δύναμη αυτών των τρομακτικών εμπειρώσεων και δεν ενδιαφέρονται άλλωστε. Οι ελάχιστοι τολμητίες μπαίνουν στο στίβο και εξέρχονται σχεδόν αυτοστιγμεί. Καθώς το άθλημα ετούτο δεν σε εξαντλεί απλώς. Σε εξοντώνει, κυριολεκτικά. Βιολογικά και πνευματικά. Γι αυτό και δεν περιλαμβάνεται στο ‘default’ πακέτο προγραμματισμού με το οποίο είμαστε εφοδιασμένοι ερχόμενοι στο φως των αισθητών πραγμάτων. Πάει να πει όταν εξερχόμαστε στον κόσμο της χονδροειδούς ύλης κλαίοντες ενώ ολόγυρα επικρατεί ένας περίπου ανεξήγητος ενθουσιασμός.
Γνωρίζουμε όμως κάποιους ανθρώπους που το επιχείρησαν και πραγμάτωσαν κάτι, έφτασαν κάπου, ‘είδαν’ πράγματα και τα κατάφεραν να επιστρέψουν… έγραψαν γι αυτά, μίλησαν γι αυτά… συνήθως ψιθυριστά και σε ανθρώπους απόλυτης εμπιστοσύνης… αν διαβάσουμε προσεκτικά κάποιους ποιητές, πίσω από τις γραμμές και τους στίχους, πίσω από τις λέξεις και τα σχήματα, θα αισθανθούμε, θα νιώσουμε το εγκατιαίο ρίγος που υπαγόρευσε αυτές τις εξομολογήσεις, αυτές τις προειδοποιήσεις, αυτές τις συμβουλές… έχω την πεποίθηση ότι οι μεγαλύτεροι ποιητές μέσα σε όλους τους ανθρώπινους αιώνες, δεν έγραψαν ούτε από ‘ανάγκη’, ούτε από τέρψη, ούτε για οτιδήποτε άλλο. Έγραψαν για να μας προειδοποιήσουν. Έγραψαν κρυπτογραφικά, με κώδικες, σε ‘ποιητικό λόγο’, σε μεταμφιεσμένη γλώσσα για να μας προφυλάξουν… Οι μεγάλοι ποιητές ήταν ανιχνευτές… έφευγαν πάντα πρώτοι και πολύ μακριά από όλους τους υπόλοιπους στις άγνωστες και αχαρτογράφητες περιοχές του υπερ-είναι και όσοι κατάφερναν να ‘επιστρέψουν’ –οι περισσότεροι ‘τρελάθηκαν’ ή έζησαν το υπόλοιπο του βίου τους μέσα στη σιγή- αποτύπωσαν μέσα από τον οργανωμένο ποιητικό λόγο την μέγιστη και απόλυτη προειδοποίηση προς όλη την ανθρωπότητα των ‘φυσιολογικών’ και ανυποψίαστων… προς όλες τις γενεές του παρόντος και του μέλλοντος… Ποια ήταν αυτή; Ποια είναι αυτή;
Καλείται ο καθένας από εμάς να στοχαστεί… καλείται να κοιτάξει βαθιά μέσα του και γύρω του… Καλείται να αρχίσει επιτέλους να αγγίζει, να παρατηρεί, να νοιάζεται, να αποδέχεται. Δεν είναι απαραίτητο να αγαπά. Να αποδέχεται. Να εναγκαλίζεται. Να δίνει χώρο στον άλλο. Να συγχωρεί. Κι ας μην κατανοεί. Να μην καταλαβαίνει, δεν έχει τόση σημασία. Να προσπαθεί όμως να κατανοεί.
Κι έτσι αντιλαμβάνομαι το θεραπευτικό και όχι διδακτικό ρόλο της χαράς. Μια απόδραση φευγαλέα, μια δράση εξωτερίκευσης, ανοιχτοσύνης, μοιράσματος… δεν είναι λίγο, δεν είναι ασήμαντο… δεν μπορεί να είναι όμως η απόλυτη στοχοθεσία… δεν μπορεί να αποτελεί ‘στόχο ζωής’… Η ζωή είναι κάτι πολύ πιο πολύπλοκο, μην το ευτελίζουμε βάζοντας τόσο ταπεινούς στόχους…
Η ευτυχία είναι μια πράξη τρέλας… τούτο σε διδάσκει και η τρέλα και η λογική… καμιά κατάσταση δεν είναι διαρκής, είναι κατάσταση, δεν είναι διάσταση…
Να μπορείς να σηκώνεσαι κάθε πρωί και να έχεις επιείκεια για όλους και ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπο… να η μεγίστη υπέρβαση… να η σύνθεση χαράς και θλίψης ετών…
Και να κάνεις με τόλμη το πρώτο βήμα της κάθε μέρας…


The hulunbuir prairie
Shanyewuyu

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2018

Θηρευτής




Γ
υρίζει μέσα στο μυαλό μου όπως ο θηρευτής που αναζητά το ζωντανό του γεύμα.
Αθόρυβος.
Επιβλητικός.
Άτρομος.
Αληθινός.
Μπαίνει με θράσος στα όνειρά μου… δεν μου επιτρέπει να ησυχάσω… στην εγρήγορση παίρνει την όψη περαστικών που εμφανίζονται ξαφνικά από γωνίες σπιτιών… στην ονειρική διάσταση εμφανίζεται ως ένα πελώριο αιλουροειδές… ή κάποια γιγάντια σκιά…
Το μόνο που ξέρω γι αυτόν είναι πως είναι αρχαίος όσο και ο κόσμος.
Κι αυτή τη γνώση δεν έχω ιδέα πως την κατέχω. Είναι μια ειναιική εγγραφή. Ένα ψυχικό πυρογράφημα. Κάτι που γεννήθηκε μαζί μου. Κάτι που φιλοξενώ στα κύτταρά μου. Σα μνήμη. 
Σαν εγκατιαίο ρίγος.
Αυτό που μου γεννάει η παρουσία του είναι φοβερό και ανείπωτο.
Κατά κάποιο τρόπο με οδηγεί στο να σκοτώσω…

Κανείς δεν με αναζητά μέσα στη νύχτα… τα σπλάχνα της σελήνης μείχτηκαν με τα δικά μου αξεχώριστα… κι ο πόθος της νύχτας κορμίστηκε με το δικό μου…
Τον ακούω να πλησιάζει… η ανάσα του έγινε η νυχτερινή δροσιά που σφυρίζει στ’αυτιά μου… ανάσα ήρεμη και σταθερή… καμιά αγωνία… καμιά βιάση… έχει έρθει για μένα… και ξέρω πως θέλει να μου μιλήσει… θέλει να μου μιλήσει για το στερέωμα της μεγάλης φωτιάς… για τον ουρανό της πύρινης θέλησης… για τα αστέρια της ασύνορης νύχτας… για το ένα που κοχλάζει στα ερείπια της λήθης…
για όλα όσα εικονίστηκαν και ξανάγιναν στάχτη…
για όλα όσα τραγουδήθηκαν κι έγιναν πάλι γόος και κλαυθμός…
για όλα όσα προδόθηκαν πριν γεννηθούν…
για όλα όσα νεκρώθηκαν στη μήτρα του χρόνου…

Στο ένα μου βλέφαρο στέκεται η νύχτα ακροπατώντας…

Στο δεξί μου χέρι το στιλέτο…

Το αίμα του συριχτό και αφρίζον πετιέται από τις τουμπανιασμένες φλέβες του… μια μαύρη λίμνη απλώνεται αργά γύρω απ’το χοντρό κορμί και ποτίζει την αυγή… αχνίζει ακόμα καθώς το γεύομαι…
αχνίζει σπηλαιώδεις ορμές, αβύσσου όνειρα και βρυαρούς φόνους...
αφρίζει στόματα μαινάδων που ξεκοίλιασαν βλάσφημους και ιδρώτα ερωτικής σμίξης παρθένων ιερειών άγνωστων, πρόστυχων θεαινών…
αφρίζει λυγρές συλλαβές ρυπαρών ηδονών και λιμναίων πόθων από αιχμάλωτες σκέψεις αιώνων…

Ντύνομαι το αίθοπο αίμα σου…
Πλένομαι στο λιπαρό αίμα σου…

Κοινωνώ το ανίερο αίμα σου…

εύκρατος αλκυώνειος
θάνατος

και μεταμορφώνομαι…



Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018

Eye in the Sky (2015)



Δεν υπάρχει ανάλογο σ’αυτό που είναι ο άνθρωπος…

Να υψώνεις σε θρόνο ουράνιο το συναίσθημα και να μεγαλουργείς σε στερεώματα ανοιχτοσύνης…
Να ταπεινώνεις σε δώματα ανήλιαγα το είναι και να έρπεις ως μοχθηρό βδέλυγμα λατρεύοντας έναν Μπαφομέτ που στο σάπιο ίσκιο του το βλέμμα σου αφανίζεται…
Να στοχεύεις στον εξώχωρο, επαιρόμενος πως ό,τι αρύεται από το Αιώνιο παραμένει και ανώλεθρο…
Να φυτεύεις στην καρδιά σου φωλιές ακάθαρτων εντόμων και να δηλητηριάζεσαι κάθε μέρα ποτισμένος με ηδύτητα από την τοξίνη που ανθίζει στο αίμα σου…

Ναι, δεν υπάρχει ανάλογο σε ό,τι είναι ο άνθρωπος…

Ό,τι είναι στο βήμα σου περήφανο, το σκεπάζει η φρικαλεότητα της οίησης…
Ό,τι είναι στη ψυχή σου αγνό και ανόθευτο κράζει με αγωνία την τρυφερότητά σου… μάταια…
Είχες και δεν έδωσες…
Έβλεπες και αδιαφόρησες…
Μπορούσες και δεν έπραξες…
Έχτισες όπλα και σκότωσες…
Έχτισες Λόγο και δικαιώθηκες…
Έχτισες τον εαυτό σου και αθανατίστηκες…
Έχτισες την Κόλαση στα μέτρα σου και τη βάφτισες Παράδεισο…

Μπορούσες να ζεις… και επέλεξες να πεθαίνεις…


Ναι, σε τούτο που λέμε άνθρωπο… όμοιο δεν υπάρχει…

Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2018

Ατραπός



Π
ερπατούσαν ήσυχοι στο μικρό δρομάκι που ανέβαινε στριφογυριστά το λόφο. Η ώρα ήταν περασμένη, ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει πια. Είχαν απομείνει πλέον εκείνοι που αποζητούσαν την ηρεμία του απόβραδου.
Δεν άργησαν να φτάσουν στην κορυφή του λόφου. Στάθηκαν για μια στιγμή να ξαποστάσουν κι είχαν την ευκαιρία να θαυμάσουν τη θέα. Ο ουρανός στα δυτικά έκλεινε στα σπλάχνα του το βυθισμένο ήλιο. Η πόλη από κάτω υποδεχόταν σιγά σιγά τη νύχτα. Όπου κι αν έστρεφες το βλέμμα συστοιχίες από μυριάδες φωτάκια. Στα νότια η θάλασσα. Σκοτεινή, μελαγχολική, χθόνια. Κάθισαν σιωπηλοί σε ένα παγκάκι.
«Καιρό έχουμε να έρθουμε εδώ, ε;», τον ρώτησε.
«Ναι… μου είχε λείψει αυτή η αίσθηση», της είπε. «Κρυώνεις;»
«Έχω… εξοπλιστεί κατάλληλα», απάντησε εκείνη και έλυσε από τη μέση της ένα πουλόβερ.
Της κράτησε το χέρι απαλά. Ήταν κρύο.
«Είχες πάντα ζεστά χέρια», του είπε απολαμβάνοντας τη μετάδοση της ευεργετικής θερμότητας. «Καλά θα ήταν να είχαμε και λίγο κρασί… δεν συμφωνείς;»
«Δεν θα μείνουμε πολύ. Σε λίγο θα πέσει κι άλλο η θερμοκρασία κι εδώ είμαστε εντελώς εκτεθειμένοι. Ήθελα απλά να μοιραστούμε ξανά αυτή την… ανοιχτότητα», της είπε γλυκά χαμογελώντας της.
«Τώρα που είπες ‘ανοιχτότητα’, μου ήρθε στο νου εκείνη η εργασία σου… πάνε χρόνια τώρα… για την πορεία ανάμεσα στις Συμπληγάδες… η αγωνία για την ανοιχτότητα που τελικά μένει χωρίς ανακούφιση… ή κάπως έτσι…»
Γύρισε και της χαμογέλασε.
«Που τη θυμήθηκες τώρα αυτή την εργασία; Την είχε δημοσιεύσει ένα περιοδικό, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, από κει τη θυμάμαι».
«Ε, λοιπόν μπράβο σου. Η μνήμη σου είναι εξαιρετική».
«Ήταν από τα πρώτα δικά σου κείμενα που είχα διαβάσει. Και ομολογώ με αιφνιδίασε».
Χάιδεψε τους ώμους και τα χέρια της.
«Άρχισε να αγριεύει το κρύο ε;», της είπε και την έβαλε αμέσως μέσα στην αγκαλιά του.
«Μμμ… έτσι είναι καλύτερα…»
«Θέλεις να φύγουμε;»
«Όχι… όχι ακόμα…»
«Λοιπόν για πες μου… σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, τι σκέφτεσαι για όσα έγραφα τότε; Ο αιφνιδιασμός σου… τι έγινε μ’αυτόν;»
Δεν άργησε να του απαντήσει.
«Ε, νομίζω πως κάποια σημεία δεν τα κατανοώ πλήρως ακόμα… Όμως μου άρεσε αυτό ειδικά για τη σχέση του πνευματικού αναζητητή τόσο με τον κόσμο των αισθητών όσο και με τον πνευματικό κόσμο… τελικά, ο διχασμός είναι διαρκής; Δεν θεραπεύεται;»
Την έσφιξε πιο δυνατά στην αγκαλιά του.  
«Ο διχασμός είναι αναπόφευκτος… όχι όμως αθεράπευτος… απλά, κάποιοι, οι περισσότεροι ‘επιλέγουν’ το δρόμο της ύλης, των αισθητών, των χονδροειδών σχημάτων και της προφάνειας… οι ελάχιστοι δεν επιλέγουν ούτε καν κατ’επίφαση… Επιλέγονται… και η πορεία τους είναι μια διαρκής αγωνία κι ένας μόνιμος αγώνας… χωρίς ανάπαυση, χωρίς τελειωμό… ως το τέλος…»
«Αυτοί που γίνονται Μύστες… μόνο αυτοί γλιτώνουν;»
«Αυτοί βρίσκονται σε μια άλλη διάσταση… παλεύουν με οντότητες άλλης τάξης και η πορεία τους μέσα στον κόσμο, όταν την επιλέγουν για συγκεκριμένους λόγους, έχει τεράστιους κινδύνους…»
Σήκωσε το κεφάλι της και έσμιξε τα φρύδια.
«Γιατί;»
«Γιατί η μακρόχρονη απουσία τους από τον κόσμο και το φρόνημα του κόσμου, τούς έχει κάνει ξένους, αλλόκοτους, ακατανόητους… είναι εξαιρετικά δύσκολο γι αυτούς να ελιχθούν ανάμεσα στην αθλιότητα, τη χυδαιότητα, την κτηνωδία, τον κανιβαλισμό της κάθε ημέρας μέσα στον κόσμο και να προστατεύουν την αύρα τους και τον υπερ-ευαίσθητο σάρκινο φορέα τους… ως και οι λογισμοί τους επηρεάζονται, αλλάζουν, αλλοιώνονται…»
«Και οι άνθρωποι τους παρεξηγούν γι αυτό… τους χλευάζουν και τους αποδιώχνουν… λες κι είναι μολυσμένοι».
«Ακριβώς… εκτός των ολιγίστων εκείνων που εντάσσονται στον εσώτερο πυρήνα της μαθητείας και ακολουθούν μια επίσης εξαιρετικά δύσκολη οδό… γιατί ανήκουν ακόμα στον κόσμο αλλά επιθυμούν διακαώς να απελευθερωθούν από το ρυπαρό του φρόνημα… αυτές είναι οι μυητικές τους Συμπληγάδες που απειλούν κάθε στιγμή να τους συντρίψουν… διότι γίνεται εύκολα αντιληπτό πως αν δεν έχεις υιοθετήσει πλήρως το φρόνημα ενός περιβάλλοντος είναι σα να προσεδαφίζεσαι σε έναν εχθρικό πλανήτη και να βγαίνεις στην τοξική του ατμόσφαιρα απροστάτευτος… αργά ή γρήγορα θα μολυνθείς και φυσικά θα πεθάνεις…»
«Μια σχιζοφρενική κατάσταση νομίζω…»
«Κάπως έτσι… ο πόθος για ανοιχτότητα γίνεται τελικά ο δήμιός σου…»
«Όμως το να αφοσιωθείς πλήρως στην Ατραπό είναι επίσης τρομερά δύσκολο, σωστά;»
«Βεβαίως… διότι -εκτός πάντα ελαχίστων εξαιρέσεων- δεν μπορείς. Δεν μπορείς να απαλλαγείς από αυτό που κληρονόμησες και που δεν έχει και λίγες ικανοποιήσεις και ηδονές να σου προσφέρει… ας μην λησμονούμε και τη μάχη που δίνει ο νους να υπερασπιστεί εαυτόν… ως το τέλος πασχίζει… κι είναι πολύ δυνατός αντίπαλος… διαθέτει έναν πανίσχυρο προγραμματισμό και ποικίλα όπλα… σου είναι γνωστά όμως όλ’αυτά…»
Γουργούρισε με νάζι.
«Ναι αλλά δεν με πειράζει να τα ακούω ξανά… Κάθε φορά υπάρχει και κάτι καινούργιο… Πες μου όμως… είναι ευχή τελικά ή κατάρα αυτή η Ατραπός;»
Ακολούθησε μια μικρή παύση. Η πόλη κάτω απ’τα πόδια τους ολόφωτη, ζωντανή, γεμάτη ενέργεια… εκεί που βρίσκονταν εκείνοι όμως υπήρχε απόλυτη σχεδόν ησυχία…
«Δεν είναι στο χέρι μας να το αξιολογήσουμε αυτό. Γιατί άλλωστε ποιος αξιολογεί; Ο νους; Αυτός είναι καταδικαστικός. Ένας αμείλικτος εισαγγελέας… Το συναίσθημα; Αυτό άγεται και φέρεται, πλημμυρίζει και αδειάζει όπως η παλίρροια… Κάτι άλλο αποφασίζει μέσα μας… Κάτι που δεν γνωρίζουμε και παλεύουμε μια ζωή να κατανοήσουμε… και όσο η πάλη μαίνεται δεν μπορούμε να το ακούσουμε… μοιάζει με μια πολύβουη μάχη… όσο μαίνεται δεν μπορεί κανείς να ακούσει τίποτε έξω από την κλαγγή των όπλων, τις ιαχές των πολεμιστών, τα ποδοβολητά, τις κραυγές, τις φωνές… φαντάσου όμως… φαντάσου πως ξαφνικά, γίνεται ως εκ θαύματος μια παύση… κάποιος ή κάτι ακινητοποιεί τα πάντα όμως αφήνει τους ανθρώπους με τις αισθήσεις τους ζωντανές…»
«Ναι…»
«Είναι απόλυτα βέβαιο πως μέσα από το χτυποκάρδι τους, τη γρήγορη ανάσα τους, το βούισμα στ’αυτιά τους, θα αναδυθεί και μια άλλη φωνή… αν δεν σωπάσεις τον εαυτό σου δεν μπορείς να τον ακούσεις… αν δεν απομακρυνθείς από τις πηγές του θορύβου δεν μπορείς να έρθεις σε επαφή με τίποτε που είναι στον πυρήνα σου… και τότε αναδύεται κι ένα άλλο ερώτημα εξίσου αν όχι και τρομερότερο ακόμα…»
«Ποιο;»
«Θέλεις να την ακούσεις αυτή τη φωνή; Το θέλεις αληθινά;»
Η σιγή που ακολούθησε είχε πυκνότητα και δύναμη.
Το κρύο είχε γίνει τσουχτερό. Σηκώθηκαν και πήραν σιωπηλοί και αγκαλιασμένοι το δρόμο του γυρισμού.  

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2018

Βαμπίρ...



(Με αφορμή τη Μακεδονία… κάποιες σκέψεις)

Οι αναλογίες μας οδηγούν και σχεδόν πάντα μας φωτίζουν. Καμιά φορά μας απελευθερώνουν κιόλας… Και οι αναλογίες φωνάζουν ενίοτε, κραυγάζουν ώστε και οι κωφοί ν’ακούσουν και οι ανοητίζοντες να συνέλθουν…
Ο μεγάλος Κ. Γκ. Γιουνγκ γράφει κάπου (Ροζάριουμ Φιλοσοφόρουμ), πως στην πορεία του προς την εξατομίκευση, την πνευματική ολοκλήρωση, ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ανακαλύψει εκείνο το στενό πέρασμα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ας πούμε πως η Σκύλλα συμβολίζει όλες τις πιθανές διαφυγές από τις ευκαιρίες που του δίνονται για πνευματική ανάπτυξη ενώ η Χάρυβδη συμβολίζει όλες τις αταβιστικές τάσεις που αν επικρατήσουν θα τον βυθίσουν σε ένα πρωτόγονο επίπεδο. Πάει να πει απλά και καθαρά, το έργο της ωρίμανσης, της ειναιικής σφαίρωσης, της πνευματικής ολοκλήρωσης –και όχι τελειοποίησης- είναι έργο ευθύνης. Κι απαιτεί να είσαι ον ευθύνης.
Κάπου βαθιά μέσα μου, θέλω δεν θέλω, υπάρχει εκείνος ο τρελός νεαρός τολμητίας που κάποτε ξεκίνησε από τα χώματα της Μακεδονίας με τριάντα χιλιάδες συντρόφους και κοινωνούς του υπέρ-λογου για ‘να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο’. Η θυελλική, βυρωνική φύση του δεν άντεχε τη ματιά που ορίζεται από τους ορίζοντες της φυσικής όρασης. Η έμπυρη, κοχλάζουσα ψυχή του δεν μπορούσε να ξεδιψάσει απ’τις θεωρήσεις του φρόνιμου, του εφικτού, του πεπερασμένου. Μπορεί στο δρόμο να ξεστράτισε, να παρεξέκλινε, να ‘τρελάθηκε’… Μπορεί να υπερέβη ακόμα και τα δικά του εσκαμμένα, να εξακτινώθηκε στο Αχανές, να γονάτισε στην άνυδρη Γεδρωσία της Ανάγκης. Όμως δεν ηττήθηκε ποτέ. Κι αυτό δεν του συγχώρησε η ιστορία. Πάει να πει η Ειμαρμένη των ασήμαντων.
Δεν είμαστε Αλέξανδροι, δεν έχουμε καμιά δουλειά να ανακατευόμαστε με τις ορίζουσες των υπερανθρώπων ακόμη κι αν ιδεολογικά εύκολα και απλά τους καταδικάζουμε στους αποθέτες της Αιωνιότητας ως τρισκατάρατους ημιπαράφονες που αναζήτησαν το Αδύνατο κι έγιναν ολοκαυτώματα. Άλλωστε είναι καθήκον των μέτριων να κατατροπώνουν τους εξαίρετους. Ήταν πάντα και θα είναι πάντα. Έτσι επιβιώνουμε, έτσι αντέχουμε να ζούμε. Όλοι πέθαναν και όλοι θα πεθάνουν. Αφού ξόφλησαν ως και οι θεοί, γιατί να νιώθουμε συμπλεγματικοί συνωμότες των διαδρόμων εμείς;
Δεν είμαστε βέβαια Αλέξανδροι ούτε Φίλιπποι αλλά έχουμε ένα κληροδότημα φωτός. Αυτό δεν το εμπιστεύτηκαν στους επόμενους μέσα απ’τη φωτιά του ά-λογου φρονήματός τους. Αν μπορούσαν να επιλέξουν επιγόνους δεν θα μας συμπεριελάμβαναν ποτέ. Θα ήμασταν παρίες και παρατρεχάμενοι, θλιβερές σκιές στα δώματα της ιστορίας. Όσο κι αν μας θυμώνει κάτι τέτοιο, είναι η αλήθεια. Και την τεθλιμμένη οδό του Ναζωραίου ή το στενό μονοπάτι του Γιουνγκ δεν θα το ‘επιλέγαμε’ ποτέ.
Ακόμη χειρότερα, δεν θα μας επέλεγε ποτέ αυτό…
Όμως εμείς ήρθαμε μετά. Ήρθαμε κι είμαστε εδώ. Όχι για να απαλλοτριώσουμε αλλά για να φυλάξουμε. Οι μεγάλοι δημιουργούν, πρωτεύουν, καινοτομούν. Οι μέτριοι ας είναι ικανοί να φυλάττουν τουλάχιστον.
Κι αυτό απαιτεί ανάστημα.
Να είσαι ον ευθύνης.
Αν κάποτε ο αγαπημένος σου διδάσκαλος σου εμπιστευόταν ό,τι πολυτιμότερο είχε πριν αναχωρήσει προς τα έσχατα με τη μοναδική απαίτηση να μην το παραδώσεις σε κανέναν παρά μονάχα να το φυλάξεις ως το πέρας του βίου σου ώσπου να εμφανιστεί ο επόμενος στην Άλυσο για να το παραλάβει, εσύ τι θα διαλογιζόσουν να κάνεις;
Είσαι έτοιμος να το υπερασπιστείς;
Είσαι ον ευθύνης;
Είσαι ικανωμένος για το Έργο;
Τούτο το ιερό χρέος μπορείς να το φέρεις εις πέρας;

Έχεις Βλέμμα;
Γιατί κάποτε δεν θα γυρίσει να σε φτύσει κατάμουτρα αυτός ο Διδάσκαλος σε μια άλλη διάσταση, σε έναν άλλο χωροχρόνο…
Ούτε οι πρόγονοι, οι ιαχές των ηρώων και οι οιμωγές των θυσιασμένων στην ματωμένη γη θα σε κατατρέχουν…
Ούτε ακόμη και οι απόγονοί σου που θα φέρουν το όνειδος της δικής σου αστοχίας, ανημπόριας και ασημαντότητας θα σε καταδικάζουν…

Εσύ ο ίδιος θα επιστρέφεις αέναα και θα περιίπτασαι ως νοσηρό και σκοτεινό πνεύμα πάνω από τα ερείπια της ύπαρξής σου.
Δεν θα ξεκουραστείς ποτέ…
Δεν θα πετύχεις ποτέ την ουράνωσή σου, την εισδοχή σου στο φως, την ανάπαυσή σου…

Φρικαλέο βαμπίρ που θα εξοβελίσουν ακόμη και τα έγκατα του συλλογικού ασυνειδήτου, αυτό που οι άνθρωποι κάποτε ονομάτισαν Κόλαση.
Αυτό θα είσαι.
Λερή Σκιά και Εγκάτοικος του Εφιαλτόκοσμου…


Και ο κόσμος που ζούμε, δυστυχώς, έχει αναρίθμητους από τούτους τους δικαιούχους του σκότους…

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2018

μονάχα εμείς...



ποιοι είμαστε λοιπόν;
τι είμαστε;
απλές μονάδες;
ριγμένες τυχαία από κάποια αόρατη ειμαρμένη μέσα στο σύνολο;
μονάδες... ασήμαντες, φευγαλέες ριπές;
ή μήπως
όλοι
ο καθένας από μας
είναι όλος ο κόσμος;

κοινοτοπία θα πεις
μας τα έχουν πει τόσοι και τόσοι
σημασία όμως έχει
εγώ τα έχω πει σ'εμένα;
εγώ τα έχω νιώσει;
εγώ, προσωπικά, τα έχω βιώσει;

αν εξαρτιόταν από μένα
μονάχα από μένα
θα υπήρχε βία;
θα υπήρχε πείνα;
θα υπήρχε αθλιότητα;

ή αν πάλι είμαι τόσο σκοτάδι γεμάτος
όσο και φως
τι υπερισχύει και δεν μπορώ να σηκώσω κεφάλι;
να οικοδομήσω μια άλλη κοινωνία;
να επιλέγω τους σωστούς ανθρώπους;
να απαιτώ δικαιοσύνη
επειδή θα είμαι κι εγώ δίκαιος;

φριχτές κοινοτοπίες θα πεις πάλι
τα ξέρουμε, τα σκεφτόμαστε από μωρά παιδιά...
ο κόσμος είναι αυτός και δεν αλλάζει...

θυμάμαι σε μια ταινία
να συζητάει ο νεαρός Φιντέλ με τον επίσης νεαρό Τσε
μήνες πριν την απόβαση στη Κούβα
"θα έρθεις μαζί μας;", ρωτούσε ο Φιντέλ τον Τσε
"είσαι τόσο τρελός ώστε να μπεις στην περιπέτεια;"
"από μένα κι από σένα εξαρτάται άραγε;", ρώτησε ο Τσε
"πάντα από μας εξαρτάται", είπε ο Φιντέλ...
"και βέβαια θα έρθω"...

και βέβαια θα έρθω...

και βέβαια από εμάς εξαρτάται ο κόσμος
και βέβαια εμείς
μονάχα εμείς μπορούμε να τον αλλάξουμε...

It Almost Looked Human

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2018

Κάρλος...




Ο Κάρλος φορούσε τα μάτια του αετού…

... η μέρα ερχόταν καταπάνω μου, είπε, η μέρα πετούσε, είχε βγάλει τα φτερά της Άρπυιας και άπλωνε πάνω μας τα καινούργια της φτερά… η μέρα είχε γίνει πια ένας ουρανόφις… ένας άγνωστος ήλιος την έκαιγε, ένας μοχθηρός χρόνος την έκλεβε… κι όμως, ερχόταν σαν πεινασμένη λύκαινα πάνω μας… να μας κατασπαράξει, να μας αλώσει…

Δεν ήσουν ανυπεράσπιστος από τη γέννησή σου κιόλας;

...δεν στεκόταν, δεν στεκόταν καμιά νύχτα στο παράθυρό μου, είπε, δεν σταματούσε εκείνη η ρυπαρή βροχή, όλα μου τα πρωινά σπατάλησα να καθαρίζω τη βροχή από το σπίτι μου και τις νύχτες, τις νύχτες φίλε μου εκείνη ξεκινούσε πάλι… τι απίστευτο σκουπιδαριό γέμισε τις πόρτες μας, τι μολυσμένα ταξίδια πότισε τα όνειρά μας…

Ο Κάρλος φορούσε τώρα τη μπέρτα του θεού-γύπα… κι έσταζε λάσπη στο πάτωμα…

...δεν στεκόταν σου λέω, καμιά ολοκάθαρη νύχτα δεν καταδέχτηκε το παράθυρό μου… αρπαγμένη από τα παλιόξυλα, τα σαπισμένα ξύλα της βροχής έβρισκα τη μέρα, κάθε αυγή… είπε, κάθε αυγή άρχιζα τη δουλειά, κάθε βράδυ περίμενα τη ρομφαία της βροχής να με σκοτώσει πάλι…

Ο Κάρλος γυμνός, διάβαζε τα σημάδια στο σώμα του…

πενήντα εκατομμύρια χρόνια σ’αυτό το σώμα αδελφέ μου, αρχαίες λίμνες στέρεψαν, ποταμοί θρασείς και ατίθασοι αιμάτωσαν τα βουνά, πλάσματα παράξενα γέμισαν τις φωλιές της Γης, ήλιοι γεννήθηκαν και πέθαναν… κι αυτό το σώμα, ανασαίνει ακόμα σαν το στόμα της εκδίκησης που δεν κλείνει αν δεν πλημμυρίσει με ιχώρ φωτιάς… στον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί, σ’εκείνον το υπόσχομαι τούτο το σώμα, σαν μανδύα λέπρας… είπε… και αν περάσει ο τελευταίος χειμώνας πάνω απ΄την τελευταία άνοιξη των ανθρώπων, σε κείνον που θα γεννηθεί, σε κείνον υπόσχομαι τούτο το σώμα…

Ο Κάρλος προστάτευε σαν στοργική μητέρα τον μικροσκοπικό ήλιο στη χούφτα του…

έκλεψα τούτο τον ήλιο απ’τα όνειρά μου αδελφέ μου…

Μόνον οι δειλοί, μόνον οι δειλοί Κάρλος αρνούνται το θάνατο του ήλιου… γιατί; Γιατί προσπέρασες τις αφετηρίες σου; Γιατί;

φοβόμουν ότι θα οχυρωθώ για πάντα πίσω από τις ουτοπίες μου… αδελφέ μου, είμαι ένας γέροντας Σαμάνος, ορθώνω το ανάστημά μου στο στερέωμα και δεν πληγώνομαι… ανοίγω τις φτερούγες μου πάνω απ’τους γκρεμούς και ξέρω πως Εκείνο που δεν μιλάει, με βλέπει, Εκείνο που δεν θυμάται την αρχή Του, με θωρεί, με αναστατώνει… με οργώνει… μάθε απ΄την αρχή τις λέξεις, μάθε τις σου λέω γιατί τούτες που έχεις τελειώνουν και θα ξυπνήσεις ένα πρωί και δεν θα έχεις γλώσσα να περιγράψεις τον κόσμο…

Μηχανεύεσαι πάλι μια καινούργια απόδραση, γαλάζιε πολεμιστή;

Ο Κάρλος είχε κουρνιάσει στην αθέατη γωνιά του δωματίου και έψελνε…

... είναι ακατάληπτη τούτη η γλώσσα… δεν την ξέρεις, κανείς δεν την ξέρει αδελφέ μου… Σου λέω, πρέπει να ιδρύσεις μια καινούργια γλώσσα, πάρε τον εαυτό σου και γύρνα τον τα μέσα έξω… άσε τα εντόσθια της ήττας να πέσουν στο πάτωμα, άσε τα αχνιστά, βρώμικα σπλάχνα σου να χυθούν στο πάτωμα! Δεν τα χρειάζεσαι πια…

Με σκοτώνεις!

εκείνα σε σκοτώνουν… και δεν έχεις πια γλώσσα για το θάνατο…

Ο Κάρλος ετοιμαζόταν να πετάξει…

... να, κράτησε τον μικρό μου ήλιο… άνοιξε τη χούφτα σου αδελφέ μου και πάρε τον… κλείστον καλά… είναι ένα ευαίσθητο, μικρό, νεογέννητο άστρο… μην τον υποσχεθείς στον εαυτό σου, μονάχα να τον φροντίζεις όσες αιωνιότητες θα λείψω…

Φεύγεις; Πάλι;

... αν δεν φύγω τώρα, δεν θα μπορέσω να δω τον εαυτό μου ποτέ ξανά… κάθε λεπτό κοντά σου η φθορά μου επιταχύνεται… όλα τρέχουν γρήγορα σε τούτο τον κόσμο, ως και η φθορά… κράτησε τον ήλιο… μην τον σπαταλάς… να τον φροντίζεις… είμαι εγώ!

Ο Κάρλος άνοιξε τα σάρκινα, υπέροχα φτερά του, μου έριξε μια παράξενη ματιά σαν να ερχόταν από τα έγκατα του αρχαίου του είναι.

και απλά πέταξε στο αύριο…

κάτι σπαρταρούσε στη χούφτα μου…

ο μικρός ήλιος είχε γίνει ένας νιογέννητος, λευκός αετός
και με κοιτούσε με δυο ήλιους – μάτια…



Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2017

Ομίχλη...



Θυμάσαι εκείνη την όμορφη εποχή;
Την εποχή της καθαρότητας; Της λιακάδας; Της ευδίας;
Θυμάσαι τον ήλιο της σχέσης μας;
Ήταν λαμπερός, θαλερός, παλλόμενος… σχεδόν θρασύς…
Εγώ θυμάμαι την ομίχλη…
Την ομίχλη που μας σκότωσε… την ομίχλη που μας τα πήρε όλα…
Αυτή θυμάμαι εγώ… και το ότι κάποια στιγμή… άγνωστο πως και γιατί, έπαψα να σε βλέπω…
Έπαψες κι εσύ να βλέπεις εμένα… αυτός που κοίταζες δεν ήμουν εγώ, αυτή που κοίταζα δεν ήσουν εσύ…
Προκειμένου να οικειωθούμε το μεταξύ μας, γίναμε ξένοι στον εαυτό μας…
Αναζητώντας προσκύρωση στο έμπεδο, χάσαμε το ροϊκό…
Ψηλαφώντας τις διαστάσεις του εαυτού, αρνηθήκαμε το εν τω αυτώ…
Δεν μας εκδικήθηκε το αύριο ούτε το χτες…
Μας αφάνισε το τώρα που πρώτοι εμείς περιφρονήσαμε…

Κι έπειτα
Κάποια μέρα
Δεν ξέρω το πώς και το γιατί…
Γεννήθηκε η ομίχλη…
Τα σκέπασε όλα, τα κατάπιε όλα…

Κι όταν την ανασάναμε τόσο ώστε να γίνουμε ένα μ’αυτήν…
Μας εγκατέλειψε…

Και πήρε μαζί της τα πρόσωπα
Τις ιαχές
Τις γεωμετρίες
Τα πιθανώς
Τα επιπλέον
Τα ενδεχομένως…
Ακόμα κι αυτά...

Στην ερημία που άφησε πίσω της
Ο χρόνος γενναιόδωρα
Και πάντα μοχθηρά
Σου προσφέρει την προίκα της επίγνωσης…

Κι έτσι προχωράς…

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2017

το Μεγάλο Φονικό...



Η αλήθεια έκρυψε στην αγκαλιά της το Μεγάλο Φονικό και το προστάτεψε όπως η μητέρα το θηλάζον βρέφος.
Χωρίς τις λευκές ημέρες να το απειλούν.
Με αθέατο το αίμα.
Λυπόταν όμως ακόμα και τα ελάχιστα ίχνη ελπίδας είναι πολύτιμα.
Εκείνος που οφείλει να ακολουθήσει θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό. Αφύλαχτος, απαθής, αθώος.
Και ο ερχομός του έχει την αξία του νερού στην έρημο.
Και του ασπασμού του εραστή στα διψασμένα χείλη του ερωμένου.
Ως και ο ουρανός γονατίζει για να το υποδεχθεί.
Σιωπηλός και φρόνιμος.
Εκείνος που αναμένεται θα διαβεί το σκοτεινό δρυμό και η αποστολή του είναι η δυσκολότερη που περιέχουν οι πρώτες αφηγήσεις και τα λόγια των παλαιών.
Ό,τι απέμεινε από τη σοφία τους κινδυνεύει να χαθεί μέσα στο αρχαίο δάσος αν εκείνος που αναμένεται αποκλειστεί, δεν περάσει.
Και η αλήθεια τον περιμένει.
Και θωπεύει το δόρυ που θα τον διατρήσει.
Και βρεφουργεί το βλέμμα που θα τον αλώσει.
Ο ερχόμενος θα το αναγνωρίσει.
Όμως μονάχα την ύστατη στιγμή.
Θα είναι αργά γι αυτόν.
Θα γείρει και το αίμα του θα ρεύσει από τις πρησμένες φλέβες για να δώσει ζωή ξανά στο καθεύδον σώμα.

Όμως θα απλώνεται πάντα πίσω του το δάσος.

Για ό,τι γεννιέται και πεθαίνει μέσα σ’αυτό δεν υπάρχουν αφηγήσεις.

Υπάρχει μόνο το ειναιικό όνειρο της α-νόητης καθόδου της Ύπαρξης.

Κι αυτό δεν μοιράζεται…