Σάββατο, Μαρτίου 04, 2017

Το αληθινό…


Ο
ΤΙΔΗΠΟΤΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΕΙ ως αληθινό θα πρέπει πριν, συνθήκη αναγκαία και ικανή της ‘μετάβασης’, να έχει διέλθει από τη σφαίρα του μυθικού. Τούτο δεν συμβαίνει με το περίφημο και υπερ-εκτιμημένο πραγματικό. Τουναντίον. Ως πραγματικό μπορεί να θεωρηθεί οτιδήποτε οι αισθήσεις αιχμαλωτίζουν είτε δύνανται είτε όχι να το μεθερμηνεύσουν. Το γνωστό, υπό μία έννοια, είναι εξόχως πραγματικό αλλά δεν μπορεί κανείς να το αναγνωρίσει ως αληθινό. Το άγνωστο δεν μπορεί έμφρων άνθρωπος να χαρακτηρίσει ως πραγματικό. Και είναι το ‘αληθινότερο’ όλων…

Πάνω σε τούτα εδράζεται όλη η εικοτολογία της ‘πραγματικής ζωής’ σε διάσταση με τη ενδο-θέαση της ‘αληθινής ζωής’. Όποιος ενδιαφέρεται να αποκτήσει γνώση και επίγνωση, πάει να πει βαθιά εποπτεία, θα πρέπει σταδιακά να εγκαταλείπει τα δόγματα του πραγματικού και να εισέρχεται ψηλαφώντας και νυκτοπατώντας στα άδυτα και ημι-σκότεινα δώματα του αληθινού.

Γιατί να το πράξει όμως αυτό κάποιος; Γιατί να ‘μπει σ’αυτήν την περιπέτεια;’ Τούτο αναρωτιέται ο ράθυμος και νωθρός νους ο οποίος, εξησφαλισμένος από τη θωράκιση –απατηλή βεβαίως- της ‘φυσικής’, πάει να πει εμπειρικής και εμπειρωσιακής πραγματικότητας, απορρίπτει εύκολα οιαδήποτε αναδίφηση και εμβύθιση στους υποθαλασσίους και άχρονους κόσμους του μη-περατού. Ο νωθρός και ακηδής άνθρωπος εθριάμβευσε και στο δικό του κόσμο ζούμε όλοι μας, εξωτερικά τουλάχιστον. Αιώνες τώρα. Είμαστε αιχμάλωτοι του τροπαιοφόρου και παιανίζοντος επιστήμονα που γνωρίζει κάλλιστα να τεμαχίζει και ελάχιστα να συνθέτει. Πέταξε κάποτε στα σκουπίδια τον ‘παλαιό κόσμο των μύθων’ ο ‘καρτεσιανός’ άνθρωπος για να εισέλθει στο ‘νέο και πραγματικό κόσμο των αισθήσεων’… και των παραισθήσεων βεβαίως.

Θέλουμε να γνωρίσουμε… θέλουμε να δούμε… δεν θέλουμε πλέον να ονειρευόμαστε τον κόσμο, στην ουσία ούτε να τον ζήσουμε θέλουμε… θέλουμε να τον ψηλαφήσουμε, να τον μετρήσουμε, να τον κόψουμε και να τον αναλύσουμε… θέλουμε, σαν τα μικρά παιδιά, να τον χαλάσουμε και να δούμε τι ‘έχει μέσα’… Και ο κόσμος δεν αρκεί, η Γη δεν αρκεί, το ηλιακό μας σύστημα δεν αρκεί, ο υποατομικός κόσμος δεν αρκεί, ο άνθρωπος δεν αρκεί… έχουμε έναν πυρετικό και αδίψαστο ζήλο να κόβουμε σε τεμάχια μικρότερα ως και το ελάχιστο… καμιά ακεραιότητα δεν είναι αληθινή. Έτσι διακηρύξαμε κάποτε, έτσι συνεχίζουμε να μεγαλαυχούμε… εμείς που τα διαλύσαμε, εμείς θα τα ξαναφτιάξουμε… όμως…

Όμως ενώ το πραγματικό διαλυόμενο στα εξ ων συνετέθη ίσως δύναται κάποτε να επανέλθει, έστω και ‘χαρβαλωμένο’ στην προτέρα του ομοσχημία, το αληθινό, αρνείται πεισματικά να ξαπλώσει στο κρεβάτι του προκρούστη νου και να τεμαχιστεί από τον Μένγκελε φιλοπερίεργο δόκτορα ο οποίος αφού κορέσει, προς στιγμήν την εγκατιαία του πείνα για κατασφαγή και διαμελισμό, θα απέλθει αφήνοντας το σώμα στην αναξιοπρεπή κατάσταση που βρέθηκε το ‘τέρας’ του δόκτορος Φρανκεστάιν. Έμπνουν είδωλον, αν έχει την δυστυχία να αναπνέει ακόμα, αποκρουστικό εργαστηριακό πειραματόζωο που θανατώθηκε προς δόξαν της ‘επιστήμης’ στις περισσότερες περιπτώσεις…

Το αληθινό δεν αγγίζεται όμως… κι αυτή είναι η μέγιστη δόξα του και το αμιγές και αναφές της φύσης του… το κύδος και το κλέος… αναπνέει στο Γνόφο του Αχανούς και χλευάζει όλους τους μικροσκοπικούς επηρμένους κόκορες με τις λευκές μπλούζες που νομίζουν ότι κάποτε θα το εγκιβωτίσουν σε μια συσκευή και θα μπορούν να το αναπαράγουν κατά το δοκούν…

Το αληθινό δεν αιχμαλωτίζεται, δεν από-ιεροποιείται, δεν αποσαρθρώνεται, δεν αποδομείται, δεν σήπεται, δεν θνήσκει…

Η γεύση του πρώτου φιλιού δυο ερωτευμένων, το άγγιγμα της μητέρας στο πρόσωπο του παιδιού, το βλέμμα της αγαπημένης, οι ιερές πρωτανάσες της ζωής που ενσαρκώνεται και δημιουργεί μέσω της χονδροειδούς ύλης λεπτοφυή και υπερφυή θαύματα, οι σιωπές των μελαγχολικών μοναχικών συνανθρώπων μας, η αγιότητα της καρτερίας του ευγενούς όντος, η ενσυναίσθητη προσοχή και προσήλωση στον αναξιοπαθούντα αδελφό μας… όλα τούτα δεν εξαγοράζονται, δεν εκπίπτουν, δεν αποσαρκώνονται…
Μεταρσιώνονται όμως σε όνειρο, ποίηση και δράση… μεταβολίζονται σε γεγονότα αλήθειας… από ρυπαρές πραγματικότητες μεταβαίνουν σε αληθινότητες λάμπουσες… και αθανατίζονται…

αιωνίζονται κάθε στιγμή… χωρίς να το ξέρουμε…

κάθε φορά που υποδεχόμαστε με αγάπη και ησυχία τον άλλο…
κάθε φορά που ψελλίζουμε την ανάγκη μας για εκείνο που πάντα θα είναι…
κάθε φορά που απογαλακτιζόμαστε από εκείνο που κάποτε ήταν…
κάθε φορά που απλώνουμε το χέρι και το κρατάμε σταθερά προσφέροντας τον εαυτό μας…

Κι όλα αυτά που εμείς κάποτε περιφρονήσαμε ως ‘απλοϊκά’, στοιχειώδη, παιγνιώδη, πρωτογενή, ‘εύκολα’, ευανάγνωστα, πεπαλαιωμένα, άχρηστα, πεπερασμένα, ανούσια, υπερκερασμένα…

Όλα τούτα υπάρχουν και μας αναμένουν…

Στην αλήθεια τους ανασαίνουν το πραγματικό…

Στην ανθοφορία τους πραγματώνουν το αληθές…

Και μας χαμογελούν…


Μαρ2017

Nearing Spring
Jake Olson

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017

Ακόμη πιο αισχρή κι από την κλοπή είναι η ασέβεια...





Αλλά το όνομα και το έργον του κ λ έ π τ ο υ παρά τοις νεωτέροις, καθώς το όνομα και το έργον του λ η σ τ ο ύ παρά τοις αρχαίοις, όχι μόνον δεν εθεωρείτο αισχρόν, αλλ' ενομίζετο και ένδοξον, και τα ονόματα των διαπρεψάντων μεταξύ των ανδρών τούτων μετεδίδοντο ευσεβάστως από γενεάς εις γενεάν, και τα άθλα των ήσαν η γλυκεία ωδή των νεωτέρων Ελλήνων…

Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, (τ.Α΄)






Ακόμη πιο αισχρή κι από την κλοπή είναι η ασέβεια. Το κατά πρόσωπο φτύσιμο όλων, η ελεεινή εξαπάτηση, η ανερυθρίαστη χλεύη... 

Το λιγότερο αισχρό: η περιστασιακή βασιλεία τους...

Το περισσότερο φρικώδες: Η επιβίωση των επιγόνων τους σε ιδεολογικό – συμπεριφορικό – πολιτισμικό επίπεδο…
Δεν τους καίγεται καρφί για την απαθλίωση των πολιτών, για την εξόντωσή τους, για την ώθησή τους στις παρυφές απονενοημένων εγχειρημάτων… πράγματι είναι ανελέητοι, χοντρόπετσοι, κυνικοί…

Το μέγιστο όλων… η κλοπή του μέλλοντος… του  α ύ ρ ι ο  όλων όσων έρχονται ανύποπτοι και δεν προλαβαίνουν να καταθέσουν γραφή, θετική ή αρνητική στον τόπο τους. Αποτέλεσμα: ο ξενιτεμός, το όνειδος της μετάβασης σε άλλες χώρες, σε άλλα περιβάλλοντα, σε ενίοτε αφιλόξενους κόσμους, σε πολιτείες καχύποπτων, απρόθυμων πολιτών που θα τους δεχθούν ίσως συνυπάρχοντες αλλά σχεδόν ποτέ σύσκηνους. Μετά παραχωρήσεως ίσως εναύλιους. Εντός της οικίας ουδέποτε. Πολλοί θα τα καταφέρουν όπως συνέβαινε πάντα και θα επιστρέψουν στην Ιθάκη τους μια μέρα, κουρασμένοι, γκριζομάλληδες, πικραμένοι, απορημένοι, σε μια διαρκή αμηχανία και διερώτηση φιλοσοφική πια για την παραδοξότητα να λατρεύουν τόσο παθιασμένα τον τόπο που τους εξοστράκισε… βίαια, αναίτια, άγρια… απάνθρωπα
Την κλοπή θα μπορέσουν κάποτε στα εντός τους μνημονεύματα να την εργαστούν και να την αφομοιώσουν.

Την ασέβεια στο πρόσωπό τους όμως νομίζω πως όχι…

Ελπίζω πως όχι…

[Πολύ λυπούμαι που μαζί με πολλούς άλλους, θεώρησα τους παρόντες 'διαφορετικούς' από τους προηγούμενους... θλίβομαι για την αυταπάτη αλλά και για την συνεχιζόμενη απάτη... ήλπισα πως ίσως ετούτοι να είχαν ένα άλλο βλέμμα, ένα άλλο ανάστημα, μια άλλη 'πάστα'... σε υδαρές έδαφος θεμελιώσαμε τις ελπίδες μας... σύντομα κι αυτοί θα αποτελούν παρελθόν... το έργο της καταστροφής όμως θα εξακολουθήσει... διότι έρχονται οι επόμενοι... αλίμονο...]

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 15, 2017

Αλεξίζωος...




Ο
 πρώτος κατήγορος στέκεται απέναντί σου. Έχει περίπου το ύψος σου. Είναι σιωπηλός και αμείλικτος. Αντανακλά το φως και απορροφά το χρόνο σαν το σφουγγάρι. Ό,τι δείχνει δεν είναι η αλήθεια, μα είναι η πραγματικότητα. Όταν τον αγγίζεις γίνεται προέκτασή σου… όταν τον χλευάζεις σου επιστρέφει στο ακέραιο την κάθε λέξη… όταν τον κοιτάζεις σου ρουφά το βλέμμα… κι όταν τον αγνοείς απλά περιμένει. Ακόμα κι αν τον σπάσεις, τα θραύσματα σε περιέχουν… σε πολλαπλασιάζει, σε εξουθενώνει με την πολλαπλότητα των εγώ που κωμικά απειρώνονται στο διηνεκές και σε κοιτάζουν… μέσα σου… όχι εντός
Ο δεύτερος κατήγορος είναι μέσα σου. Οργανώνει το τέλος σου όπως ο επιμελής συμβολαιογράφος κάνει με τις διαθήκες των γηραιών πελατών του. Αδιαφορεί για το σπαραγμό του είναι σου, την τραγικότητα της ύπαρξής σου, την αιωνίωση του εφιάλτη σου… είναι ο γραφειοκράτης της ύπαρξής σου, ο μεθοδικός υπάλληλος και το απρόσιτο αφεντικό… εκείνος που σε έμαθε να μιλάς, να εκφράζεσαι, να ψεύδεσαι… κι εκείνος που θα στα ζητήσει όλα με τόκο την κατάλληλη στιγμή… δεν σε αγάπησε ποτέ γιατί δεν ανήκει τούτο στις αρμοδιότητές του… σε γαλούχησε με το αίμα του θηρευτή για να σε έχει ευάρπακτο θήραμά του… και εργάζεται… πάντα εργάζεται… μανιωδώς, ασταμάτητα… γιατί το αντίθετο δεν ανήκει, απλά, στις αρμοδιότητές του…
Ο τρίτος κατήγορος είναι ο ανύπαρκτος – υπαρκτός… είναι ο φαντασιακός υποστατός… είναι ο άπειρος – πεπερασμένος… είναι ο αδίστακτος – δειλός… ο απόστατος – μεθεκτός… είναι ο ζωώδης θάνατος… ο νεκρός ζωντανός… ο απέθαντος ερωμένος ο ελάχιστος των μεγίστων και ο μέγιστος των περιττών… είναι ο σημειακός και ο απειρόχωρος… ο αναρίθμητος και ο ευάριθμος… είναι ο μοναδιαίος και ο πληθυντικός… και είναι πάντοτε πανταχού και παρών… έτοιμος όπως ο δήμιος που περιμένει το γυμνό λαιμό με την αιώνια αταραξία του άψογα εκπαιδευμένου εκτελεστή… και είναι εκεί… και δεν είναι πουθενά…
Κι εσύ…
Εσύ στέκεσαι ασφαλής, πίσω από το κλειστό παράθυρό σου φιλοξενώντας το αναπότρεπτο που ανασαίνει μέσα σου και κοιτάζεις τον κόσμο. Έξω… αλλά όχι εκτός
Αρηγμάτωτος και αραγής, όσο και οι φαντασιώσεις σου.
Αδρανής και ακέραιος όσο και οι επιτεύξεις σου.
Ασφαλής και ατόφιος όσο και οι ψευδαισθήσεις σου.

Αλεξίζωος…

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2017

Ευφυής αδράνεια...



Με τα χρόνια, σου αποκαλύπτονται πολλά 
και διάφορα… 
δεν λέω πως εσύ τα ανακαλύπτεις… επιμένω πως αυτά σου αποκαλύπτονται… 
έχουν το λόγο τους… 
κι ας μην μπορείς να τον διακρίνεις αμέσως… άλλωστε, ελάχιστα μπορεί κανείς να διακρίνει αμέσως και μάλιστα με ικανή ενάργεια… 
συνήθως σύρεται από ‘τις εξελίξεις’, τη ‘ροή των γεγονότων’, τη δύναμη των δυνατών που θαυμάζει και την αδυναμία των αδυνάμων που φοβάται…

Με τα χρόνια σου αποκαλύπτεται, για παράδειγμα, πως συνήθως τα θορυβώδη αίτια οδηγούν σε ήσυχα αποτελέσματα. Εκείνο που μέσα σου φλυαρεί ακατάπαυστα, μια μέρα ξαφνικά, σιωπά, ακινητεί, ηρεμεί… 
αλλά δεν πεθαίνει… 
απλά αποσύρεται σε μια… ευφυή αδράνεια… 
είναι πάντα εκεί, χωρίς αμφιβολία όμως δεν πρόκειται να θορυβήσει ξανά ποτέ… 
δεν χρειάζεται… όταν το έκανε ήσουν απών… τώρα που είσαι παρών είναι μάλλον αργά…

Με τα χρόνια σου αποκαλύπτεται ακόμη πως αποδεκτό δεν γίνεται κάτι επειδή ‘είναι λογικό’ αλλά επειδή ‘λειτουργεί’ σε ένα πλαίσιο που κάποιοι, κάπου, κάποτε προκαθόρισαν ως λογικό και από τότε όλοι το ακολουθούν ως ιερό βιβλίο και θεόπνευστη αλήθεια.

Έξω απ’αυτό το ‘λογικό’ πλαίσιο, φαίνεται πως επικρατεί ανισορροπία, αστάθεια, αμφιβολία και ωκεάνια ανασφάλεια… 
και κανείς δεν θέλει να δοκιμάζει την τύχη του Κολόμβου στα καλά καθούμενα… 
ειδικά αν τα απάνεμα λιμάνια των αιώνων έχουν πάντα μια θέση να σε περιμένει… τώρα βέβαια, ως γνωστόν, η παρατεταμένη παραμονή ενός πλοίου σε ένα λιμάνι ισοδυναμεί με έναν αργό θάνατο…
ακριβώς αυτό…

Με τα χρόνια σου αποκαλύπτεται επίσης πως εκείνο που ‘αξίζει’ δεν είναι αναγκαστικά και το πλέον άξιο καθώς την αξιοδότηση δεν έχεις κάνει εσύ αλλά κάποιοι που προηγήθηκαν και επέβαλλαν τα πρωτόκολλα και είναι πολύ κοπιαστικό και αγχωτικό να επαναστατήσεις για να τα αλλάξεις. 

Η ‘αξία’ των άξιων και η ‘απαξία’ των ανάξιων δεν έχει άλλωστε και τόση σημασία όταν ετεροπροσδιορίζονται κι αυτά ακόμη τα αυτονόητα, όπως η δροσιά μιας πρωτότυπης σκέψης, η τολμηρή έξοδος από ένα σύστημα που σκοτώνει την έμπνευση ή το άλγος της καθημερινής συμβίωσης με τη βλακεία και την τυφλότητα.

Πολλά ακόμα σου αποκαλύπτονται με την πάροδο των ετών… 

κάθε μέρα ξυπνάς όλο και σοφότερος και κάθε μέρα αντιλαμβάνεσαι πως ο νους δεν παλεύει πια ως ηνίοχος να σε κρατήσει δέσμιο στο άρμα του…

Το επιτυγχάνει πλέον αυτό άριστα ο χρόνος. Και η φθορά…

Πριν που δεν ‘καταλάβαινες’ είχες όλη την ενέργεια και την σπατάλησες στο ‘να ζήσεις τη στιγμή’… δήθεν…

Τώρα που ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί σου απολαμβάνεις ως μοναχικός ηδονοβλεψίας το κάθε ηλιοβασίλεμα…

και ετοιμάζεσαι…


Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

Εκείνο που σκοτώσαμε το πενθούμε μόνο εμείς...


(Πολλά είχαν προηγηθεί… συζητήσεις, σιωπές, βλέμματα αθώα, βλέμματα ένοχα… αδιάφορο… στην αληθινή ζωή ‘δραματουργική συνέχεια’ δεν υπάρχει…)

Ευτυχώς η ποίηση δεν έχει ανάγκη τους ποιητές, της είπα και αρνήθηκα να την κοιτάξω στα μάτια. Δεν λέω πως απέφυγα απλώς. Γιατί είναι φορές που το βλέμμα στερεώνει την αλήθεια βαθύτερα απ’το λόγο ή το άγγιγμα ακόμη.
Και δεν αντέχεται…
Η ποίηση είναι ένας ολόκληρος κόσμος.
Ή μάλλον, είναι ο ίδιος ο πρώτος Κόσμος που γέννησε όλους τους κόσμους.
Κι ο κόσμος δεν έχει ανάγκη κανέναν από μας… υπήρχε πριν και θα υπάρχει μετά… έστω και σακατεμένος… γιατί τον παραλάβαμε καθαρότερο απ’όσο θα τον παραδώσουμε… τον παραλάβαμε αγνό και τον μολύναμε… τον παραλάβαμε όμορφο και τον ασχημύναμε… είναι ντροπή να σκεφτόμαστε πως υπάρχουμε εμείς και ο κόσμος… στην ουσία υπάρχει μόνον ο Κόσμος… εμείς είμαστε ένα θλιβερό και ρυπογόνο συστατικό του… ένα εξελικτικό λάθος, μια νοσηρή εξαλλαγή, ένα καρκίνωμα… γι αυτό και θ’αφανιστούμε σύντομα και η Φύση θα γιορτάζει.
Δεν έλεγε τίποτε μονάχα με άκουγε σκεπτική. Ξέρω πως είναι αυτό. Σκεπτικός θα πει, αναλογίζομαι και ανασυγκροτώ κάθε στιγμή τον ίδιο τον εαυτό μου… σαν ένα ολόγραμμα που τρεμοπαίζει και ξαναδυναμώνει… χάνεται κι έρχεται κάθε στιγμή.
Ποτέ δεν είμαστε εδώ ή εκεί… σταθερά, ολόκληροι, άρτιοι… το σώμα ίσως… μα η καρδιά είναι αλλού και ο νους κάπου αλλού… ολόκληροι κι ευθυγραμμισμένοι δεν είμαστε ποτέ… δεν θα το αντέχαμε… θα μας συνέτριβε…
Μοιάζουμε καμιά φορά με το φονιά που στέκεται πάνω απ’το θύμα του και κλαίει… πέρασε τη γραμμή που δεν έχει γυρισμό… διέπραξε το έγκλημα… και θρηνεί όχι για το αμετάκλητο και φρικώδες της πράξης του αλλά για τη μοναξιά του… πενθεί για τον ίδιο που στη γωνιά τον περιμένει ένας άλλος θάνατος… ο δικός του… γιατί δεν είμαστε ούτε παρόντες ούτε ζωντανοί… Νομίζουμε πως είμαστε ζωντανοί…
Κάποια κομμάτια μας έχουν ήδη πεθάνει… εμείς τα σκοτώσαμε… και μόνο εμείς μπορούμε να θρηνούμε γι αυτά…
Περπατούσαμε στον κατηφορικό δρόμο για το σπίτι. Η νύχτα ήταν υγρή, αφιλόξενη, γεμάτη κιόλας με την επόμενη μέρα…

Terre brûlée
David Senechal Photographie (polydactyle)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 20, 2017

Ἔρρει τὰ κᾶλα…


Κάποια στιγμή, δεν θεωρώ ότι θα αργήσει πολύ, αυτή η ‘φούσκα’ των social media θα σκάσει… οι άνθρωποι θα σηκώσουν τα κεφάλια τους από τα υπερμεγέθη μοδέρνα πολύ-κινητά τους και θα αποφασίσουν να ξαναδούν τους συνανθρώπους τους στα μάτια… η εποχή των κατεβασμένων κεφαλιών θα λήξει και θα ξαναγίνουμε συν-άνθρωποι… έστω και τύποις, έστω και εξ ανάγκης… αυτή η φαρσοκωμωδία των ανθρώπων με το ένα χέρι (γιατί το άλλο είναι μόνιμα σε πυρετική κινητικότητα επί της οθόνης) θα ρίξει αυλαία… αν δεν γίνει αυτό, τότε πολύ απλά, τα πλοία βουλιάζουν και απομένουν στην επιφάνεια να πελαγοδρομούν αενάως ξύλα και απομεινάρια άλλων εποχών… πάει να πει κελύφη ανθρώπων, κούφια και περιπλανώμενα…

Θυμάμαι κάποτε που συζητούσα με μια καλή μου φίλη. ‘Φοράω πάντα μαύρα γυαλιά στον ηλεκτρικό’, μου είπε σε μια αποστροφή της με νόημα. ‘Ειδικά το πρωί, όταν πηγαίνω στη δουλειά. Κάποτε και το απόγευμα που επιστρέφω’. Μάντεψα την αιτιολόγηση αλλά την ρώτησα το γιατί. ‘Δεν θέλω να βλέπω κανέναν… μάλλον δεν θέλω να με βλέπει κανείς’.

Η συζήτηση αυτή ήταν πριν χρόνια. Σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από μαύρα γυαλιά. Το αντίθετο. Έχουμε ανάγκη από καλούς φακούς επαφής και ευλύγιστους αντίχειρες. Διότι αν πηγαίνουμε από Πειραιά Μαρούσι, ας πούμε, έχουμε σαράντα πέντε αφόρητα λεπτά μπροστά μας. Πώς θα περάσουν; Κάποτε τα βαγόνια του ηλεκτρικού και του Μετρό ήταν γεμάτα παρατημένες εφημερίδες και περιοδικά. Δεν έχουμε χρείαν πλέον. Ο καθένας με το κινητό του κι ένα ζευγάρι ακουστικά και… αρχίζει το ματς. Τα σαράντα - πενήντα λεπτά περνάνε ‘αέρας’ και αν δεν τελειώσαμε θα συνεχίσουμε στο γραφείο. Με καφέ στο άλλο χέρι –το ‘κουλό’- θα συνεχίσουμε το σκρόλινγκ ανενόχλητοι για κανά μισάωρο ακόμα… ωραία που είναι η ζωή όταν έχεις φάτσαμπουκ και σταγκράμι… έτσι… Τώρα, τι γίνεται γύρω μας; Πόλεμοι, σεισμοί, απεργίες, κινητοποιήσεις, ξυλοδαρμοί, ληστείες, βιασμοί… ποιος χέ…

Μπορεί να μοιάζει με λήρημα παλιόγερου όλο αυτό όμως, αισθάνομαι ότι συναπαντιέμαι με πολλούς και πολλές… κι όχι μονάχα τους άνω των δεύτερων ‘άντα’… γιατί επαναλαμβάνω… όλο τούτο είναι το θέατρο του παραλόγου και κάποια στιγμή όλες οι θεατρικές παραστάσεις τελεύουν και πάμε σπίτια μας…

Αλλά εμείς είμαστε ήδη σπίτια μας… το είχα λησμονήσει… κάποιοι που απέμειναν να μας κοιτούν απορημένοι ας ξύσουν την κεφαλή τους αλλά απάντηση δεν έχουμε…  ως και ο χρόνος θέλει το χρόνο του, απεφάνθη κάποτε κάποιος… ας περιμένουμε λοιπόν… με το κινητό στο χέρι…

Τετάρτη, Ιανουαρίου 18, 2017

Υβός



Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου άξιζε να είμαι
καταραμένος
ανάπηρος
κυφός
κι όμως
έχω ένα στερέωμα στη ράχη…

Οι άνθρωποι με προσπερνούν
αλλάζουν βλέμμα βιαστικά
αλλάζουν δρόμο
με αποφεύγουν

ψιθυρίζουν μεταξύ τους
λένε
είναι καμπούρης
είναι φριχτός!

κι όμως
δεν ξέρουν
πως έχω ένα γαλαξία
από νιογέννητα χαμόγελα στη ράχη

κάποιες εποχές
κείνο που γεννήθηκε μαζί μου
χιλιετηρίδες πριν
συρρικνώνεται
πεθαίνει
για να αιματώσει εμένα
κι ύστερα εγώ
έρχεται η σειρά μου να πάψω να βλέπω τον κόσμο
για να’χει εκείνο όλο το βλέμμα
κι όλο το φως που του στέρησα

το γήρας
δεν έρχεται στα κύτταρα μου
είναι η μοίρα μου
αέναα να περπατώ
ανάμεσα στους νεκροζώντανους
και ο χρόνος να με αγνοεί
λες κι είμαι ακόμη και γι’αυτόν
ανεπιθύμητος…


Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου έπρεπε να είμαι
καταραμένος
άσχημος
υβός
κι όμως
έχω ένα σύμπαν
από θηλυκούς χειμώνες
και καλοκαίρια αρσενικά 
αιώνια να ερωτοτροπούν
στη ζωντανή μου ράχη…



Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2017

Να μάθουμε να μετράμε το λοιπόν...


Είδα το σχετικό βίντεο σε κάποια ιστοσελίδα και με γέμισε ανάμεικτα συναισθήματα: Συμπαθέστατοι συνάνθρωποί μας, μεθεόρτιοι και χαρωποί, ιδιαίτερα νέοι, και των δυο φύλων, ερωτήθηκαν από ‘άνθρωπο με το ματσούκι’ σε δρόμους των Αθηνών κάτι το απλό -φαινομενικά, ως απεδείχθη: Πόσα εκατομμύρια έχει το δισεκατομμύριο; Υπήρχε επίσης και η παραλλαγή: Πόσα δις έχει το τρις; Φαίνεται πως οι διοργανωτές της υπαιθρίου έρευνας, μέλη σατιρικής εκπομπής, εγνώριζαν το… ναυάγιο που θα επακολουθούσε και φαντάζομαι το καταδιασκέδασαν. Διότι η αλήθεια είναι πως από όσους ατυχείς αιφνιδίασε ο ‘ματσουκοφόρος’ νεαρός, ΟΥΔΕΙΣ απήντησε σωστά! Και να θέλεις να το επιτύχεις είναι μάλλον αδύνατον. Και να το σκηνοθετήσεις ακόμα. Μα κανείς; Και όμως… Κανείς!!!

Ένας νεαρός μόνο έφτασε… κοντά. Αντί για χίλια, που είναι βεβαίως η ορθή απάντηση, απάντησε ‘999’ και ο ρεπόρτερ τον συνεχάρη θερμά λες κι είχε επιτέλους, ανακαλύψει τον Αϊνστάιν… Επίσης νεαρά απήντησε δι’ ελιγμού έξυπνα στην ερώτηση ‘πόσα δις έχει το τρις’: ‘Πολλά!’ και εισέπραξε επιφώνημα θαυμασμού και θερμή χειραψία.

Τώρα γιατί αφιερώνω χρόνο για κάτι τόσο κοινότοπο; Για να γκρινιάξω; Για να κάνω το ξύπνιο; Μην και δεν γνωρίζω την αμηχανία και το τρακ του αιφνιδιασμού όταν περπατάς αμέριμνος –ή συσκοτισμένος από τα όσα βιώνεις- και εν ριπή οφθαλμού εμφανίζεται το μικρόφωνο στη μούρη και κάποιος με μια κάμερα στο βάθος για να σου κάνουν την οιαδήποτε ερώτηση; Μην και δεν το έχω περάσει κι εγώ; Βεβαίως και το γνωρίζω πολύ καλά και ομολογώ πως είναι ένας παράγοντας που δεν φαντάζεσαι πόσο μπορεί να σε επηρεάσει. Μπορεί να τα χάσεις κυριολεκτικά και να εμφανίσεις όψη κάποιου που μόλις ήρθε από άλλο πλανήτη.

Όμως, αλλού ήταν η εστία του κλαυσίγελου εντός μου. Όταν όλοι πλέον έχουν αποδοθεί και επιδοθεί στην επικράτηση, επί δεκαετίας, των λεγομένων θετικών επιστημών –θύμα τους υπήρξα κι εγώ- και οι εκπαιδευτικές πολιτικές έδωσαν βάρος στους αριθμούς, στην δόξα και τη λαγνεία των αριθμών και αμέτρητοι όσοι έσπευσαν προς ανάλογες σπουδές Οικονομικών και Μάρκετινγκ και άλλων συναφών, είναι δυνατόν, σε μια τέτοια ερώτηση να υπάρχει τέτοια παταγώδης αποτυχία;

Πόσα μελομακάρονα κατηναλώθησαν επιτέλους; Φράκαραν οι αρτηρίες, στόμωσαν τα τριχοειδή, οι εγκέφαλοι υπολειτουργούν, οι αναρίθμητες ώρες στα ίνσταγκραμ και στις άλλες ευγενείς δραστηριότητες με ολυμπιακές επιδόσεις, ως φαίνεται, είχαν τραγικές συνέπειες. Ξεχάσαμε και να μετράμε πλέον…


Σε λίγο θα περπατάμε κατά ομάδες στους δρόμους για να… περνάμε ο ένας τους άλλους απέναντι στις διασταυρώσεις! 

Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2017

Ο κόλαφος του 8…





Δεν γεράσαμε σε οχτώ χρόνια… κανείς δεν γερνάει σε οχτώ χρόνια… αρκεί μια νύχτα για να γεράσεις… δεν χρειάζεσαι 2920 νύχτες… μια είναι αρκετή…
Όμως δεν γεράσαμε κι ας πέρασαν σχεδόν τρεις χιλιάδες νύχτες… υπήρχαν και οι μέρες…
Ποτέ δεν υπάρχουν μόνο νύχτες…
Υπήρχαν κι εκείνα τα πρωινά που ξυπνούσαμε μαζί… και υπήρχε το χαμόγελό σου… σκεφτόμουν πως κάθε φορά που μου χαμογελάς είναι σα να μου δίνεις μια ακόμη ευκαιρία… όχι, πως μου προσφέρεις μια ακόμα ευκαιρία… έλεγα πως όταν πάψεις να μου προσφέρεις αυτό το χαμόγελο, όλα θα έχουν τελειώσει… Οι μέρες τελειώνουν όταν πάψεις να χαμογελάς… μοιάζει θλιβερά αστείο… μοιάζει μελαγχολικά αληθινό…
Υπήρχαν και οι μέρες λοιπόν…
Υπήρχαν οι μέρες που ο ήλιος δεν έκαιγε… ζέσταινε… θέρμαινε… ζωντάνευε… Ο ήλιος δεν είναι πάντα εχθρός… ο εχθρός δεν είναι πάντοτε εχθρός… κάποιες φορές είναι απλώς αυτό που είναι… γιατί δεν είναι ούτε φίλος… αν έχεις την ετοιμότητα της φιλίας…
Ποιος έχει αληθινά την ετοιμότητα της φιλίας;
Ποιος έχει αληθινά την ετοιμότητα για οτιδήποτε;
Δεν υπήρχαν μόνο νύχτες γεροντονέε μου… ή νεοαρχαίε μου, καθώς θα έλεγε και ο δάσκαλος Λιαντίνης… Γιατί υπήρχαν και οι μέρες… Πρίν και μετά…
Οι μέρες έχουν αυτό το καταραμένο προνόμιο… Βρίσκονται πριν από τις νύχτες… και μετά από αυτές… Μοχθηρό και διαρκές προνόμιο… Κάποιες μέρες λειτουργούν σαν πετσέτες… σκουπίζουν τις βρωμιές της νύχτας… κάποιες άλλες είναι πολυτελείς κρουαζιέρες για συνταξιούχους… θα ζήσεις το όνειρο μιας ολόκληρης ζωής αλλά θα γυρίσεις πάλι στη σκατότρυπα… αλλά θα ‘σου έχει μείνει η φανταστική εμπειρία’…
Υπήρχαν και οι μέρες γκρινιάρη ασπρομάλλη… ο κόλαφος ήταν αυτά τα γκρίζα που έγιναν άσπρα…
Και όσα έγιναν;
‘Η μνήμη μου περιέχει τα συναισθήματά μου…’ Ποιος ξύπνιος το είπε αυτό; Ο Αυγουστίνος θαρρώ… ζεις στην κόλαση αλλά η ανάμνηση ενός αγγίγματος αρκεί για να σε πάει στον παράδεισο… για λίγο μόνο άγιε… για λίγο… Ζεις στον παράδεισο κι αρκεί η ανάκληση μιας τραγωδίας για να σε εξορίσει απ’την Εδέμ… είπαμε, για λίγο… το τώρα δεν εξαγοράζεται άγιε της δύσης… το ξέρεις δα… δεν εξαγοράζεται το άτιμο με τίποτα…
Αλλά ο κόλαφος δεν είναι ίσως ούτε το 8…
Είναι πως πριν απ’αυτόν ήταν το 7…
Και μετά απ’αυτόν… τα γεννητούρια…

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2016

Ντεσπεράντος...



Έτσι κι αλλιώς, είμαστε ανολοκλήρωτες ιστορίες… λέξεις σε επικλήσεις βλάσφημες ενός αρχαίου γίγαντα που στέκει φύλακας του Άδειου έξω από την Μεγάλη Μήτρα, την Ιερή Σπηλιά.
Λέξεις είμαστε που δεν έγιναν προτάσεις, που δεν πρόλαβαν να γίνουν Λόγος και αιωρούνται αιώνια στο ατέρμονο, αφιλόξενο σύμπαν…

Έτσι κι αλλιώς είμαστε ξένοι…

Γεννηθήκαμε από τη πρόστυχη ονείρωξη του Όντος να υπάρξει, να εκδηλωθεί, να μοιράσει το λίπος του σε όλες τις διαστάσεις.
Και κάποια στιγμή, στο μισοφαγωμένο κάποτε, τούτη η ονείρωξη μπερδεύτηκε με τον ευγενικό χορό των άστρων… μολυνθήκαμε από ζωή… και δεν ξέραμε πώς είναι να ζει κανείς…

Περιπλανιόμαστε…

Κι έχουμε στο χτες αφημένες χίλιες αιωνιότητες που δεν ξέραμε τους εαυτούς μας…
Κι έχουμε στο σήμερα, εκτάσεις από εγωικές πόρνες λαγνείες για το Χρόνο…
Κι έχουμε στο αύριο ένα κορμί που καίει από τις πυρογραφίες του Ονειρουργού…

Περιπλανιόμαστε και πονάμε…

Ετσι κι αλλιώς ελάχιστοι θα επιβιώσουν από τη ζωή... Ισως κανένας...
Πολύ λιγότεροι όσων θα επιβιώσουν απ το θάνατο...
Αν εξαιρέσεις το θαυματωμένο Απρόσμενο του ερωτικου λυγμού είμαστε πεντάρφανοι...
Ντεσπεράντος στη Γη των Πρώην Εκλεκτών...
Κι όμως, δεν πειράζει
Όσοι απο εμάς τα καταφέρουν θα αφηγηθούν την αρχη του κόσμου στους σπλαχνικούς αιμοδότες των Ονείρων...
Το τέλος του κόσμου όμως δεν πρόκειται να το ψελλίσει κανείς...
Από τον αρχαίο τρόμο... πως ό,τι εκφράζεται, ό,τι ιστορείται, ό,τι μιλιέται ανοιχτά
έχει ήδη γίνει...

Και δεν μας περιέχει πια...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2016

Για εκείνες τις νάρκες που δεν σκάνε όταν τις πατάς…




Άκουσα εκείνον που έλεγε
Με νάρκωσε αυτή η αγάπη…
Άκουσα εκείνην
Με εκδικήθηκες με το επίμονο βλέμμα σου… ήμουν γυμνή πάντοτε μπροστά σου…
Άκουσα κάποιον ακόμα
Αυτό που λατρέψαμε στους Ήρωες ήταν ότι κατέκτησαν το δικαίωμα να πεθάνουν… δεν σύρθηκαν ως το κατώφλι του τέλους… ζηλέψαμε ότι εφέλκυσαν το κινδυνώδες του βίου αλλά περισσότερο το ιερό τους διάσημο… αυτό του θανάτου μετά από μια πλήρη ζωή…
Κι ακόμα έναν
Ο χριστιανισμός δεν θα παρακμάσει ποτέ… θα τελειώσει μαζί με τον άνθρωπο… ούτε στιγμή πριν… γιατί ταιριάζει απόλυτα με το ψυχισμό του ανθρώπου… το νοσηρό του ψυχισμού του… το σαδομαζοχιστικό ανάγλυφο και τα έγκατα του απείρου του… ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, πίστη ή φιλοσοφική οδός… είναι Το Υπόγειο… ο Ποταμός... η Ιαχή… το Παραλήρημα του Ερπετού…
Κάποιος είπε
Λιμνάζω μαζί σου…
Ήταν η φωνή της
Με λήστεψες…
Διέκρινα στα λόγια της
Συνεχίζω να ζω από περιέργεια…
Κι εκείνος
Τα ιστορικά δρώμενα δεν έχουν καμιά ουσιαστική αξία. Πριν από μένα δεν υπάρχει τίποτα. Ένα φαντασιακό κράμα, ένα αμάλγαμα από αλήθειες και ψεύδη… ανοησίες που κάποιο έγραψαν κάποτε… δεν με ενδιαφέρει, δεν πρέπει να χάνεις χρόνο μ’ αυτά… κάνε ιστορία αυτό που ζεις… για σένα… το αύριο, μόνο αυτό να σε νοιάζει…
Μίλησε κάπως έτσι
Η μοναξιά χειροτερεύει κάθε φορά που φεύγεις… κάθε φορά είναι βαρύτερη από την προηγούμενη… όταν δεν σε είχα δεν το ένιωθα αυτό… τώρα πονάω… ίσως η συντροφικότητα να είναι κατάρα…
Τα λόγια του ήταν
Είδα ένα παράξενο όνειρο… βρισκόμουν σε ένα παλιό, άδειο, βρώμικο σπίτι… μου ήταν οικείο… και δεν ήταν… κανείς μέσα… κανείς έξω… περιπλανιόμουν στα άδεια δωμάτια, δεν ξέρω γιατί… κάποια στιγμή γύρισα και είδα τον πατέρα μου… δεν ένιωσα καμιά ζεστασιά… μονάχα φρίκη… ήταν γεμάτος αίματα… από το χτύπημα καθώς έπεσε στο πάτωμα… το δεξί μισό του πρόσωπο ήταν κατάμαυρο… ‘την επόμενη φορά’… αυτό ψέλλισε κι εγώ τον προσπέρασα ουρλιάζοντας άηχα και συνέχισα να περιπλανιέμαι στο αχανές σπίτι με τα άπειρα δωμάτια… και δεν έβρισκα την έξοδο…
Του είπε
Το Ερπετό σε γέννησε… μην το περιφρονείς… μην το αρνείσαι…
Κάποιος άλλος είπε
Απ’ όλα φοβάμαι πιο πολύ την άνοια… το ότι θα αρχίσω κάποια στιγμή να ξεχνώ… να μην αναγνωρίζω, να μη θυμάμαι… την απώλεια του εαυτού… τρέμω σε τούτη τη σκέψη…
Ήταν δικά της λόγια
Υπάρχουν νάρκες που δεν σκάνε όταν τις πατάς. Ναι… τώρα το ξέρω… είναι άηχες, αόρατες και θανατηφόρες… μονάχα που δεν βλέπεις το πόδι σου κομμένο, το αίμα να τρέχει, ο πόνος να σε μουδιάζει… δεν βλέπεις τίποτα, δεν νιώθεις τίποτα… τρέχει το δηλητήριο μέσα στις φλέβες σου αργά αργά… είναι σχεδόν ευχάριστο, υπνωτιστικό… μαυλιστικό… ξεχνιέσαι στη ζωή αυτή που είναι θάνατος… ξεχνιέσαι… είναι νάρκες που φέρνουν τη λήθη της ζωής, που σε πλημμυρίζουν με όλες εκείνες τις άθλιες βεβαιότητες για τη ζωή… πόσα ψέματα… πόσα ψέματα…
Τον άκουσα να λέει τα εξής
Για να πετάξει από πάνω του τη θεότητα… γι αυτό σταυρώθηκε ο Ναζωραίος… όπως ένα ρούχο που μισείς… έτσι το πέταξε… δεν έγινε Χριστός ο Ιησούς όταν βαφτίστηκε… έγινε όταν σταυρώθηκε… και απαλλάχθηκε από το φορτίο…
Μιλούσε
Όταν σε πρωτόδα μου κόπηκε η ανάσα… θυμάμαι πως είπα μέσα μου: ‘Τι θα κάνεις τώρα; Σκέψου τι θα κάνεις τώρα!' Τρομοκρατήθηκα… τι δουλειά είχα εγώ με σένα; Ερχόσουν από απέναντι… περνούσες το δρόμο και χαμογελούσες… είχα τρελαθεί από αγωνία… ‘είμαι ζωντανός’… αυτό είπα ένα δευτερόλεπτο πριν σου δώσω για πρώτη φορά το χέρι μου και το βλέμμα σου χωθεί στη ψυχή μου… από τότε σε φιλοξενώ…
Κάποιος ακόμη είπε
Οι εμφύλιοι πόλεμοι οι μόνοι τραγικά ‘αληθινοί’… ως πότε θα επαναλαμβάνουμε το φόνο του Άβελ από τον Κάιν;… ως τη στιγμή που το Εν θα εναρμονίσει τον εαυτό Του με το Όλο και θα αρνηθεί την ίδια του την υπόσταση… από τη στιγμή που το οτιδήποτε αποκτά υπόσταση και συνείδησή της, αρχίζει ο πόλεμος… κάποιος πόλεμος… όπως μέσα έτσι και έξω… ακόμη και ο καρκίνος είναι κάτι τέτοιο… κύτταρα εναντίον κυττάρων… εμείς εναντίον ημών… στο διηνεκές… ακόμα κι αν έμενε ένας πάνω στη Γη, δεν θα πέθαινε από γηρατειά… θα αυτοκτονούσε… κι όχι από θλίψη…
Του είπε
Με χαράζει το βλέμμα σου… μείνε μακριά μου…
Της είπε
Αν πρέπει για να σε νιώσω να μείνω τυφλός, θα το κάνω…
Κάποιος που άκουσα
Η γιαγιά πάνω απ’ το νεκροκρέβατο του άντρα της ήταν θλιμμένη και μαζί χαμογελαστή… έκλαιγε και μειδιούσε… ‘τα’χει χάσει’, είπε κάποιος δίπλα της, ‘ο αφόρητος πόνος’, δογμάτισε κάποιος άλλος… η γιαγιά κάτι ψέλλισε… μια γυναίκα έσκυψε κοντά της να ακούσει… ‘Ελευθερία’, ανακοίνωσε μετά και τα δόντια της προεξείχαν σαν σάπια έμβολα από τα χείλια της. ‘Αυτό λέει η γιαγιά. Ναι γιαγιά, ελευθερώθηκε ο άντρας σου’, είπε η γυναίκα με εκείνο το ελεεινό χαμόγελο της συγκατάβασης. Δεν μιλούσε βέβαια για κείνον η γριά χήρα.
Κάποια που ήθελε να ακουστεί
Αυτά τα ευγενικά σου μάτια… αυτά αγάπησα κι αυτά μίσησα περισσότερο… πώς τολμάς να κοιτάζεις γύρω σου με αυτό το βλέμμα; Πώς να σου αρνηθεί οποιοσδήποτε οτιδήποτε όταν τον ληστεύεις με αυτό το βλέμμα; Πώς να σε μαχηθεί ο άλλος όταν είναι ήδη νικημένος; Πώς περιμένεις αυτό που γοήτευσες να μην διεκδικήσει κάποτε τον εαυτό του, το χώρο του, το οξυγόνο που του στέρησες; Μίσος είναι η αναζήτηση οξυγόνου… με κάθε τρόπο… έστω κι αν αυτό σημαίνει να το στερηθείς εσύ…
Είπε στοχαζόμενος
Υπάρχουν κάποιες νάρκες που δεν μπορείς να τις δεις… όμως υπάρχουν κι αυτές που επιλέγεις να μην δεις και να περπατήσεις πάνω τους… είσαι περίεργος… θέλεις να δοκιμάσεις την τύχη σου… θέλεις να γευτείς την αδρεναλίνη στο στόμα σου… θέλεις να ζήσεις εκείνη την αιώνια στιγμή που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο… θέλεις να ζείς όταν θα πεθαίνεις… να αισθανθείς αυτό που θα είναι πια για σένα το αιώνιο… δεν ξέρεις αν η νάρκη θα σε τινάξει στον αέρα ή θα είναι κι αυτή μια υπόσχεση που θα μείνει υπόσχεση… όπως εσύ… μια υπόσχεση ότι θα γίνεις κάτι που δεν έγινες… ότι θα ζήσεις αυτά που δεν έζησες… ότι θα γνωρίσεις αυτούς που δεν γνώρισες, θα ταξιδέψεις εκεί που δεν ταξίδεψες… αν η νάρκη δεν είναι κι αυτή μια υπόσχεση κι αν εκραγεί, τουλάχιστον κάτι στη ζωή σου θα είναι επιτέλους αληθινό… κι ας σε σκοτώσει… αν δεν είναι αληθινή τότε… μπορείς να ελπίζεις πως μπροστά σου απλώνεται ένα απέραντο ναρκοπέδιο…