Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017

Το ίχνος του ποιητή…



Το μεγάλο ψεύδος που συνοδεύει τους ποιητές μέσα στους θολούς αιώνες είναι η μεγάλη θεώρηση, η εποπτεία… το καθαρό βλέμμα στο Κεκρυμμένο και στο Επέκεινα… ναι, ακόμα και στο επέκεινα… γιατί χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής είναι ένας κρεμασμένος βλάσφημος από το καταραμένο δέντρο… χωρίς τη μεταφυσική ο ποιητής απλώς αντιγράφει, δεν αφηγείται… στην καλύτερη περίπτωση μεταγράφει όμως δεν ποιεί… δεν μπορεί να δομήσει ένα άρτιο σύμπαν… και ποιητής χωρίς άρτιο σύμπαν είναι ένας σβηστός ήλιος, μια μέλαινα οπή στο μαύρο του στερεώματος… ένα περιττό ίσως, και τα ίσως το Αχανές τα ξεβράζει στους αποθέτες του χρόνου…

Όμως κι αυτός ακόμα ο αρχαίος άνεμος που φυσάει πάντα όταν γεννιέται ένας μεγάλος ποιητής, ακόμα κι αυτός είναι ένα μεγάλο ψεύδος… υπάρχει αλλά δεν είναι. Ο ποιητής που θα πιστέψει πως αυτός ο κόσμος είναι έχει υπογράψει την οριστική συνθηκολόγησή του με το θάνατο. Και ο ποιητής γεννιέται για να περάσει στην αθανασία, αλλιώς είναι ένας ‘κοινός’ θνητός… ένας ακόμα που δεν τόλμησε να ξεμυτίσει απ’τη Σπηλιά… οπότε, ό,τι γράφει δεν έχει και τόση σημασία… όσο τυφλοί είναι όλοι είναι κι εκείνος, όσο νεκροί είναι όλοι είναι κι εκείνος… νομίζει πως βλέπει όμως όλα είναι γεννήματα, κατασκευές… ένας ευφυής προγραμματισμός, μέσα, πάντοτε μέσα στη Σπηλιά…

Ο ποιητής νιώθει τον άνεμο του παρελθόντος, ακούει τις φωνές των παλαιών διδασκάλων, των νεκρών αδελφών και μπορεί να ιχνηλατήσει κάποιες λίγες γιάρδες στην ατραπό του μέλλοντος… από τούτη την άποψη η παραμυθία του μεγάλου ψεύδους προσφέρει σε όλους μας… όμως όσο είναι σύσκηνος και ισοϋψής με το χτες και το φθαρτό όσα προσφέρει είναι μαζί όνειρα και φαντασία, πυρετός και έρωτας, αυτισμός και αυτόματη γραφή, γλωσολαλιά και τρέμενς… το βλέμμα του ποιητή μπορεί να υψωθεί μονάχα αν συνδεθεί απευθείας με το Αχανές σε μια τραυματική και οδυνηρή σχέση που θα τον ματώσει, θα τον σκοτώσει και θα τον αθανατίσει… και οφείλουμε όλοι να τον συνδράμουμε σ’αυτό!

Όμως το κόστος είναι μεγάλο όσο και ο πόνος έξω από τα ανθρώπινα.

Τούτο τον έσχατο και οριακό πόνο ένιωσε κάποτε ο Άνθρωπος επάνω στον σταυρό ενώ πίσω του ο χρόνος ούρλιαζε, πάνω του το Αχανές γεννούσε άπειρα μορφώματα και δυνατότητες, κάτω του το έδαφος της θλίψης ήταν γεμάτο στόματα που έχασκαν για να υποδεχθούν τα περιττώματα του φθόνου…

Σημείο συνάντησης, σημείο τομής… η οδός που ανοίχτηκε προσφέρθηκε για όλους όμως δεν ήταν όλοι έτοιμοι. Για την ακρίβεια θα έπρεπε να είναι έτοιμη όλη η ανθρωπότητα. Έτοιμη για την έξοδο. Έτοιμη για το αλλιώς. Και δεν ήταν σχεδόν κανείς.

Γιατί μεγάλος ποιητής χωρίς την αλληλεγγύη της ανθρωπότητας δεν υφίσταται. Μονάχα που είναι η πλήρης αναστροφή της συνήθους διαδικασίας. Εδώ οι άνθρωποι συμβάλλουν στη θανάτωση του ποιητή για να έχει ελπίδες αθανασίας. Και όχι επιβίωσης μέσα στη λάσπη του τώρα. 

Ο ποιητής έτσι μεταρσιώνεται, μεθίσταται, υπερβαίνει το ψεύδος και περνάει στον αληθινό κόσμο… ακόμη και στη ιερή σιγή του ανασαίνει κάτι απ’αυτόν και ό,τι μιλά είναι σύμβολο. 

Και η ανθρωπότητα βαδίζει συντροφιά με τα σύμβολα. Ώσπου να μετοικήσει ολόκληρη στο αληθές… κι ολόκληρη θα πει ακέραια… κι ακέραια θα πει αρηγμάτωτη, σωσμένη, φυλαγμένη … κάποτε στον χρόνο… κάπου στο άπειρο…

Στις ελάχιστες περιπτώσεις που η ανθρωπότητα αναγνώρισε τον ποιητή και τον βοήθησε στην έξοδο από τη σπηλιά θαυμαστά πράγματα συνέβησαν. Τα φέρουμε όλοι μας. Τα νιώθουμε και τα ψελλίζουμε όλοι. Είναι η παρακαταθήκη μας, η ακριβή κληρονομιά μας. Θα τα έχουμε μαζί μας για πάντα. Θα τα περάσουμε κι εμείς σαν ιερά σύμβολα... λέξεις, ανάσες, προσευχές, τραγούδια, παραμύθια, μορφές, αγγίγματα, έρωτες, θάνατοι, αφηγήσεις, όνειρα… θα τα κληροδοτήσουμε στους επόμενους κι ας μην ξέρουμε τι είναι, πώς ήρθαν ως εμάς, γιατί πάλλονται από το αιώνιο…

Το ιερό ίχνος του ποιητή…

Ο καθένας από εμάς το έχει, το φορά, μας μιλά, μας συντροφεύει…

Και κάθε που χαμογελάμε στον ήλιο που σηκώνεται κάθε αυγή πάνω απ’τη θάλασσα, τούτο πάλλεται και ορθώνεται και μας πονά…

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017

Η Δίψα...


Ο απογευματινός περίπατός τους είχε καταλήξει στην κορυφή του λόφου, στα χαλάσματα του παλαιού κάστρου. Από δω η θέα αληθινά έκοβε την ανάσα. Μπροστά τους απλωνόταν ένας ορίζοντας γεμάτος από θαύματα. Κάτω απ’τα πόδια τους η χώρα με τα ευγενικά της σπίτια. Πιο κει το μικρό λιμανάκι με τις λιγοστές βάρκες. Πέρα η θάλασσα απλωνόταν όσο τολμούσε να την μετρήσει το βλέμμα. Κάπου στο βάθος μια σκιά. Βουνοκορφές. Ένα νησί που ίσα διαγραφόταν. Φαινόταν μακρινό, σαν ψεύτικο.

Κάθισαν σιωπηλοί στις πέτρες του ερειπωμένου κάστρου και πάλεψαν να κλείσουν στη ψυχή τους τη μαγεία της στιγμής. Δύσκολο να χωρέσεις τόση ομορφιά. Νομίζεις πως δεν την αξίζεις και μόνο που τη θαυμάζεις.

Η αύρα που ερχόταν από δυτικά ήταν ψυχρή όμως κρατούσε ακόμα η ζέστη της ημέρας. Το χώμα ήταν θερμό, χάιδευε το χέρι σαν έλαιο ακριβό.

Εκείνος πήρε στη χούφτα του λίγο και το μοιράστηκε μαζί της. Χαμογέλασαν.

«Θυμήθηκα τώρα που ανεβαίναμε το μονοπάτι για το κάστρο ένα παλιό σου κείμενο», του είπε κάποια στιγμή εκείνη. «Δεν ξέρω γιατί. Ήταν για τη Δίψα, την Ευελιξία και το Βλέμμα. Θυμάμαι πόσο πολύ με είχε κεντρίσει αυτό το κείμενο. Ήταν στις αρχές της γνωριμίας μας», συμπλήρωσε και τον κοίταξε.

«Ναι, το θυμάμαι», της απάντησε.

«Πιάσαμε τότε να το αναλύουμε όμως μείναμε μονάχα στις βασικές γραμμές. Μου είπες πως δεν έπρεπε ακόμα να εμβαθύνουμε. Πως θα το συνεχίζαμε μετά από καιρό, όταν θα ερχόταν η ώρα. Νομίζω πως είχα πειραχτεί τότε. Πίστεψα πως δεν με θεωρούσες έτοιμη να το μοιραστείς μαζί μου»

«Όχι ακριβώς. Διαφορετικά δεν θα στο έδινα. Απλά δεν είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή να το αναπτύξουμε. Όσα θα λέγαμε θα έμοιαζαν ακατάσχετη φλυαρία. Από τότε όμως άλλαξαν πολλά»

«Άρα σήμερα μπορούμε να το ξαναπιάσουμε;», τον ρώτησε και τον κοίταξε σαν μικρό παιδί που περιμένει ανυπόμονα. Την κοίταξε κι εκείνος.

«Τώρα νομίζω πως μπορούμε να πιάσουμε οτιδήποτε», της απάντησε χαμογελώντας και της χάιδεψε τα μαλλιά.

«Ωραία. Ξεκινάω εγώ λοιπόν!», είπε εκείνη με ενθουσιασμό. «Ξέρω πως αναφέρεις αυτά τα τρία σαν άξονες… σαν βασικούς άξονες στην πνευματική αναζήτηση… αν το λέω σωστά… μαζί και σαν τρεις κρίκους αρμοζόμενους… κι οι τρεις δημιουργούν κάτι σαν τρίγωνο από κύκλους… κάπου αλλού τους αναφέρεις – αυτό το σχήμα με παραξένεψε περισσότερο να σου πω την αλήθεια – σαν τρεις αθλητές στη σκυταλοδρομία… ο ένας αφήνει την σκυτάλη για τον επόμενο… αλλά με μια βασική διαφορά… κι αυτή για να πω την αλήθεια, δεν μπορώ να την ανακαλέσω τώρα», είπε και δεν μίλησε άλλο»

«Καλά τα θυμάσαι», άρχισε να της λέει εκείνος. «Η διαφορά είναι πως οι αθλητές αυτοί δεν τρέχουν σε ένα στίβο, γραμμικά, ο ένας μετά τον άλλο. Τρέχουν για να παραδώσουν τη σκυτάλη και επιστρέφουν για να την παραλάβουν ξανά. Συνεργάζονται σε μια αέναη σκυταλοδρομία σε πολλαπλά επίπεδα. Δεν σταματούν ποτέ. Κι ο καθένας δεν είναι ίδιος με τους άλλους. Δεν είναι τρεις όμοιοι αθλητές. Είναι πολύ διαφορετικοί. Στο χρόνο, στο χώρο, στις ποιότητες, στη δράση. Όλη τούτη την κίνηση δεν μπορεί να την κατανοήσει εύκολα παρά μονάχα όποιος έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στην Ατραπό κι έχει δοκιμαστεί σκληρά από αποτυχίες και χτυπήματα. Απογοητεύσεις και διαψεύσεις. Είναι μια σύνθετη κίνηση που ένας νέος στην περιπέτεια της Γνώσης την αισθάνεται απλά σαν συνεχή θόρυβο, σαν άσκοπη φασαρία εντός του. Γι αυτό δεν προχωρήσαμε πολύ τότε. Θα ήταν άγονο και δεν θα σε βοηθούσε καθόλου. Όλα αυτά τα χρόνια όμως διάβασες και σκέφτηκες πολύ. Μιλήσαμε πολύ και εργάστηκες περισσότερο. Τώρα ακολουθείς το δρόμο σου και δεν έχεις ανάγκη κανέναν», είπε και πήρε λίγο ακόμα χώμα στα χέρια του.

Εκείνη έμεινε για λίγο σιωπηλή.

«Όμως, όλα ξεκινούν από τη Δίψα. Σωστά;»

«Βέβαια», συμφώνησε αμέσως εκείνος. «Η Δίψα είναι η πρωτογενής ανάγκη της ύπαρξης να λάβει τις συντεταγμένες της. Όσο δεν τις έχει, τόσο εκείνη μεγαλώνει, γίνεται βασανιστική, μαρτυρική. Σε σάρκα και πνεύμα. Στο συναίσθημα και στο όνειρο. Στην αγωνία και στην καθημερινή ζωή. Στις σχέσεις και στη μοναχικότητα. Στην ποίηση και στον πόλεμο. Παντού. Η Δίψα δεν ικανοποιείται με τίποτα όσο η ύπαρξη είναι χωρίς συντεταγμένες. Οι μεγαλύτερες επιτεύξεις δεν αρκούν για να τη σβήσουν. Μοιάζει όλο τούτο με τη δίψα του σώματος αλλά είναι πολύ βαθύτερη, μεγαλύτερη, αρχαιότερη. Και φυσικά γεννά το καλό και το κακό μέσα μας. Γεννά τα πάντα. Τους θεούς και τους δαίμονες. Την ιστορία και το χρόνο. Τις μεγάλες ανακαλύψεις και τους φόνους. Τα θαύματα και τις μικρότητες. Όλα τα γεννά εκείνη και παραμένει ενεργή. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος για να την εξευμενίσει. Αν δεν κατανοήσει κανείς τι είναι η Δίψα, δεν μπορεί να κατανοήσει τίποτε. Ή σχεδόν τίποτε. Δεν μπορεί, για παράδειγμα να κατανοήσει τη δράση των αρχέγονων εκείνων ενεργειών που οι έλληνες ονόμασαν θεούς –κι οι έλληνες δεν είχαν δώδεκα αλλά χιλιάδες θεούς. Όσα φαίνονται παράλογα και γελοία για τον αμύητο, για τον μυημένο της αρχαιότητας ήταν ξεκάθαρες δράσεις. Ενεργειακές εναντιοδρομήσεις και πολύρροπες και πολύτροπες που μοιάζουν με ωκεανό μέσα στον οποίο όλοι γεννιόμαστε και όλοι πεθαίνουμε. Ωκεανό ενεργειών και δυνάμεων που μας χτυπούν απ’όλες τις μεριές. Όπως τα κύματα. Αν φανταστεί κανείς τον εαυτό του σε μια θάλασσα και σε σημείο που το χτυπούν όλοι οι άνεμοι ταυτόχρονα, ίσως εικονίσει μέσα του το γεγονός. Όλα αυτά είναι γεννήματα της Δίψας. Κι ό,τι ακριβώς διψά στο σύμπαν, διψά και μέσα του».

«Κι εκεί ακριβώς δρα η Ευελιξία;»

«Η Ευελιξία δεν είναι απλώς η σθεναρή ‘παθητική’ αντίστασή μας για να μην μας καταπιεί η Δίψα. Είναι ολόκληρος ο οπλισμός μας. Ό,τι έχουμε και δεν έχουμε για να πολεμήσουμε κάτω απ’τα τείχη της Τροίας. Μπορεί ο πόλεμος να μοιάζει μάταιος και δέκα χρόνια τούτα τα τείχη κράτησαν απόρθητη την αρχαία πόλη, όμως εμείς ακόμα δεν είμαστε έτοιμοι για τον Δούρειο Ίππο. Κάποιοι αναρωτιούνται εύλογα γιατί οι Αχαιοί έκαναν δέκα χρόνια για να σκεφτούν το ‘στρατήγημα’ του Αλόγου που θα έμπαινε στα σωθικά της πόλης»

«Δεν ήταν έτοιμοι;»

«Δεν είναι μόνο ο βαθμός επίγνωσης που έλειψε από τον ‘Οδυσσέα’, τον άνθρωπο – αρχέτυπο της Σοφίας. Ήταν βέβαια και ο χρόνος. Ο καιρός, η ώρα. Αυτό που γίνεται όταν πρέπει να γίνει. Δεν το ξέρουμε αυτό το ‘πότε’. Δεν μπορούμε να το καθορίσουμε από πριν. Ξέρουμε όμως όταν συμβαίνει. Δεν αρκεί μονάχα ο χρόνος, χρειάζεται και τρόπος. Και η ‘αποκάλυψη’ αυτή για τον έξυπνο –αφυπνισμένο, μυημένο Οδυσσέα – ήταν δράση της Ευελιξίας. Το σημείο τομής το αποκαλύπτει το Βλέμμα. Ο Οδυσσέας, ένας άνθρωπος που γεννήθηκε δυο φορές – η δεύτερη στο στερέωμα του μαύρου ήλιου – δεν θα μπορούσε να ‘σκεφτεί’ τον Δούρειο Ίππο αν δεν είχε το Βλέμμα»

«Η δράση και των τριών αξόνων ταυτόχρονα!»

«Ακριβώς, είναι η στιγμή του απόλυτου συντονισμού. Η Δίψα – πόλεμος για την άπαρτη μυριόχρονη πόλη, η Ευελιξία με το σχέδιο του Ίππου, το Βλέμμα για την λύση του μεγάλου αινίγματος. Εάν δεν δει κανείς με μυητικές ορίζουσες την Ιλιάδα, μια κι αυτήν πιάσαμε απόψε, όλα στον Όμηρο μοιάζουν σχεδόν εξωφρενικά, παράλογα και ανόητα. Ένας ποταμός αίματος, ένα ατελείωτο μακέλεμα αναρίθμητων πολεμιστών χωρίς κανένα αντίκρισμα. Γιατί, μην ξεχνάμε, η Ιλιάδα δεν τελειώνει με το πάρσιμο της Τροίας»

«Αυτό το αφηγείται ο Οδυσσέας, ναι, στους Φαίακες»

«Η Ευελιξία είναι λοιπόν, για να επανέλθουμε στα καθ’ημάς, η διαρκής και ατελεύτητη εγρήγορση του είναι μας να ανταπεξέρχεται ικανοποιητικά στο παράλογο της Δίψας. Και το Βλέμμα είναι το πέρασμά μας από τις αλλεπάλληλες Συμπληγάδες στη διάρκεια του βίου μας. Γιατί όταν περάσουμε μια φορά μας περιμένουν κι άλλες, κι άλλες… ως το πέρας…»

Έμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί κάτω απ’τα ερείπια του κάστρου και ο ήλιος κόντευε πια να κάνει τη μεγάλη του βουτιά στη σκοτεινή θάλασσα. Ολόγυρά του ένα στεφάνι από πορτοκαλί φωτιά που εκπύρωνε το στερέωμα. Το θέαμα ήταν πέρα από περιγραφές.

«Χμμ…», είπε εκείνη επανερχόμενη, «κι οι αθλητές που δίνουν και παίρνουν τη σκυτάλη;» 

«Αυτό αφορά περισσότερο τη δική μας Δίψα. Αν είμαστε ‘κατ’εικόνα και ομοίωση’. Και είμαστε. Η δίψα για οτιδήποτε μικρό και καθημερινό που εκφράζεται ως βουλητική δύναμη, απόφαση για επίτευξη στόχων, η ευελιξία για να επιτυγχάνουμε τους στόχους, το βλέμμα για να έχουμε διαρκή εποπτεία… Μονάχα που όσο κατεβαίνουμε σε επίπεδα, όλα γίνονται πιο ψηλαφητά, χάνουμε τη γενική εικόνα, είμαστε ισοϋψείς με την αθλιότητα και το ευγενές και δεν διακρίνουμε καθαρά… άλλωστε και η δική μας δίψα γεννά τους δικούς μας δαίμονες, τους δικούς μας ήρωες και τις δικές μας ‘Ιλιάδες’. Μπορεί να μην έχουμε φτερά για να πετάξουμε αλλά τα δικά μας τα φτερά είναι το βλέμμα. Τότε ανασηκωνόμαστε και μπορούμε πια να δούμε…»

Του κράτησε το χέρι. Είχε σουρουπώσει πια για τα καλά και η αύρα είχε φουσκώσει. Ψύχραινε. Στη χώρα κάτω άναβαν τα φώτα στα παραθύρια των σπιτιών.

Σηκώθηκαν για το δρόμο της επιστροφής.

«Είναι δύσκολο το θέμα τούτο… χρειάζομαι δουλειά ακόμα», του είπε σφίγγοντας το κορμί της στο δικό του.

Δεν της απάντησε μονάχα έφερε το ένα του χέρι αγκαλιά στον ώμο της και άρχισαν να κατηφορίζουν σιωπηλοί στο μονοπάτι…

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 02, 2017

Ελιγμοί εσωτερικής δράσης




Να σου αρνούνται το βλέμμα κι εσύ να μην ρίχνεις το φταίξιμο στα μάτια

Να ξημερώνει η νύχτα κι εσύ να μη θρηνείς την ημέρα

Να αρνείσαι πεισματικά να είσαι διάφανος ακόμα κι αν έχεις ενοχές που είσαι σκοτεινός

Να φυσά τόσο δυνατά που να πιστεύεις πως όλα θα εκριζωθούν κι εσύ να μην αγκιστρώνεσαι από πουθενά

Να έχεις την επιλογή να γίνεις αλλά να επιμένεις να είσαι

Να μη φοβάσαι το άγγιγμα

Να μάχεσαι τον κυνισμό στο πνεύμα όπως θα μαχόσουν τον καρκίνο στο σώμα

Να στέκεις όρθιος αλλά να μορφάζεις από πόνο αν το αισθάνεσαι

Να φιλοξενείς το χρόνο αλλά να μην οικειώνεσαι ποτέ μαζί του

Να δίνεις το χέρι σου σ’εκείνον που σου δίνει ένα χαμόγελο

Να σου αρνούνται το αυτονόητο κι εσύ να μην αυτοδικαιώνεσαι

Να έχεις δυο λόγους να πεις
και να λες τον ένα

Να βλέπεις στον καθένα το παιδί μέσα του
Να μην σηκώνεις κανένα σταυρό που δεν σου υπόσχεται τη σταύρωση

Να έχεις ένα λόγο να πεις
και να προτιμάς τη σιωπή…

whispery moment

Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2017

Το περπάτημα στο κενό




Π
ερπατούσαν μέσα στη σιωπή. Όχι την εσωτερική. Οι σκέψεις, εργώδεις και ακάματες δεν τους άφηναν στιγμή σε κάποια αδράνεια.
Είχαν να συναντηθούν πολύ καιρό και απολάμβαναν ο ένας την παρουσία του άλλου. Το να απολαμβάνεις την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου είναι μια εμπειρία ανεκτίμητη και μπορεί να σε ευεργετήσει πολλαπλά. Είναι σαν θεραπεία, σαν πλύσιμο ψυχής, σαν κάθαρση. Καθώς όταν δεν υπάρχει η ένταση της ερωτικής διεκδίκησης ούτε η αγωνία για την προσποίηση, την υπόκριση, την παράσταση για την ικανοποίηση των εικόνων, όλα είναι όμορφα και ροϊκά. Ο κάθε ένας είναι… απλά είναι και όντας ελεύθερος να είναι, μπορεί να εκδιπλώσει σκέψεις και συναισθήματα χωρίς την τρομοκρατία της επίκρισης.
Κάποια στιγμή σταμάτησαν και κάθισαν σε δυο μοναχικές καρέκλες μιας καφετέριας που ήταν κλειστή. Ίσως να ήταν εκτός λειτουργίας πια καθώς η ώρα δεν ήταν τόσο προχωρημένη για να δικαιολογεί αυτή την εγκατάλειψη. Όμως αυτές οι δυο καρέκλες έμοιαζαν να έχουν τοποθετηθεί εκεί γι αυτούς. Κάθισαν και είχαν θέα στον ήσυχο κόλπο. Υπήρχε ακόμη νηνεμία αλλά δεν θα κρατούσε για πολύ. Σιγά σιγά σηκωνόταν μια νυχτερινή αύρα από τα δυτικά. 
Η ήττα… αυτή μάς κατέστρεψε… είπε ξαφνικά εκείνη και στο άκουσμα των δυο τόσο δυνατών λέξεων μελαγχόλησε… δυο βαριές λέξεις που σε μια τόσο μικρή φράση – έστω κι αν υπήρχε παύση ανάμεσα - έμοιαζαν με κοτρώνες δεμένες με σχοινί που την βύθιζαν.
Δεν μας κατέστρεψε η ήττα, της αντιγύρισε εκείνος λες και ήθελε να πιάσει το σχοινί και να τραβήξει την πέτρα προς τα πάνω. Η ηττοπάθεια μας κατέστρεψε… αυτή ίσως… Ήξερε πως έπρεπε να της μιλήσει, να της αναλύσει τα δεδομένα, να της κρατήσει την προσοχή ενεργή… αυτό συμβαίνει όταν πάψουμε να είμαστε σιωπηλοί. Το δώρο της επικοινωνίας όταν μιλάμε φωναχτά είναι πως ακούμε τον εαυτό μας και αυτό είναι μια πιστοποίηση ύπαρξης, ανάσας, συνέχειας… αφού μπορούμε να ακούμε, να μιλάμε, να επικοινωνούμε με άλλους, δεν είμαστε αποκλεισμένοι, η ελπίδα είναι ζωντανή, έχουμε ακόμα ανοιχτό τον δρόμο μπροστά μας. Ξέρεις λοιπόν ποια είναι η βασική διαφορά της ήττας από την ηττοπάθεια; Η πρώτη είναι αφετηρία αλλαγών που μπορούν να σε βγάλουν στο ξέφωτο. Η δεύτερη είναι όταν έχεις εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να βρεις το ξέφωτο και έχεις χαθεί στο σκοτάδι του εαυτού σου. Φοβόμαστε την ήττα αλλά θα έπρεπε να ανησυχούμε για την ηττοπάθεια. Και δεν μπορούμε να πάψουμε να ανησυχούμε, κάθε μέρα, κάθε στιγμή… τόση ενέργεια, αν το καλοσκεφτείς, τόση ενέργεια σπαταλημένη για να σηκώνουμε την κοτρώνα από το βυθό για να μην μας παρασύρει… και την ίδια στιγμή έχουμε τα φτερά μας κλειστά… και αυτά ατροφούν, ξεφτίζουν, πεθαίνουν… γι’ αυτά θα έπρεπε να ανησυχούμε…
Έμεινε σιωπηλή εργαζόμενη τα όσα είχε ακούσει… τη συναντούσαν μέσα της αλλά από την άλλη, δεν μπόρεσε να μην ξεφυσήσει απελευθερώνοντας συσσωρευμένη πίεση… Οι σκέψεις αυτές δεν ήταν πρωτότυπες, δεν ήταν μια συνταρακτική αποκάλυψη. Όλα τούτα τα είχε σκεφτεί κι εκείνη πολλές φορές. Όμως, έχει διαφορά να τα ακούς από κάποιον άλλο. Ακόμα και η μεγαλύτερη κοινοτοπία μπορεί να σε σοκάρει όταν ειπωθεί την κατάλληλη στιγμή από τον κατάλληλο άνθρωπο. Είναι σα να ξεκλειδώνουν οι λέξεις ό, τι περιέχουν και επιτρέπουν την εισδοχή σε βαθύτερους πυρήνες του είναι. Λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά, αγάπη, ζωή, θεός, θάνατος, μοναξιά, μπορούν για χρόνια ολόκληρα να είναι σύμβολα πάνω στο χαρτί, απλοί κώδικες συνεννόησης και ξαφνικά να αποκτήσουν ένα τρομερό περιεχόμενο, να λάμψουν σαν μαγικά τάλισμαν φορτισμένα με την προαιώνια ενέργεια που ήρθε η στιγμή να δείξει τη δύναμή της…
Νομίζω ότι μας κάνει καλό που συζητάμε, έτσι δεν είναι; την ρώτησε.
Ναι… μερικές φορές αισθάνομαι πως ξεδιψάω από τούτες τις συναντήσεις μας και όταν περάσει καιρός που είμαστε χώρια, η δίψα με καταλαμβάνει ξανά… σιωπηλά όμως και ύπουλα…
Ξέρω τι εννοείς, της είπε με ειλικρίνεια. Όλοι οι μοναχικοί άνθρωποι θα συμφωνούσαν μαζί σου. Κι όμως, είναι οι μοναχικοί που εκτιμούν περισσότερο απ’όλους τη σημασία της επικοινωνίας. Κάθε λέξη είναι ακριβή, κάθε συλλαβή ακόμα… μετά από χρόνια καταλαβαίνει κανείς πόση αξία έχει η ουσιαστική επικοινωνία και αναρωτιέται για τα νεανικά του… φεστιβάλ φλυαρίας!
Ήσουν κι εσύ φλύαρος στα νιάτα σου; τον ρώτησε θέλοντας να τον πειράξει λίγο. Αποκλείεται. Δεν το πιστεύω.
Ναι, μιλούσα πολύ, ρωτούσα συνεχώς, δεν έβαζα γλώσσα μέσα μου. Όμως άκουγα κιόλας. Πήγαιναν μαζί αυτά.
Από τότε;
Σχεδόν από τότε.
Ήσουν δηλαδή ένας νέος με… γεροντική σοφία;
Θα έλεγα μάλλον πως ήμουν ένας γέρων που τους ξεγελούσε όλους η νεανική του εμφάνιση.
Γέλασαν εγκάρδια. Εκείνος έβγαλε να καπνίσει. Τον παρακολουθούσε σιωπηλή.
Απόψε… νομίζω είσαι περισσότερο σιωπηλός απ’ό,τι συνήθως… ίσως σε μελαγχόλησα εγώ με τον αφορισμό μου… για την ήττα εννοώ… του είπε.
Ξέρω πως τούτο το γεγονός σε απασχολεί χρόνια τώρα… το θυμάμαι από τότε που πρωτοανταμώσαμε κιόλας… μιλούσες απλά με μεγαλύτερο πάθος για ‘τα ενάντια’ και για τα ‘δίπολα’ τότε… είχες όμως εισχωρήσει ήδη βαθιά στην ερμηνεία των συμβόλων και βέβαια αυτές οι καταδύσεις δεν μένουν χωρίς συνέπειες.
Ναι… εγώ τις έλεγα ‘καταδύσεις’, εσύ προτιμούσες να τις λες ‘καταρριχήσεις’… υπάρχει μια σημαντική διαφορά που την κατάλαβα καιρό μετά.
Και τι ανακάλυψες;
Πως η μέγιστη διαφορά τους είναι… η βαρύτητα… ή μάλλον, η άνωση… τούτο που είναι προφανές σε μια κατάδυση είναι απόν στην καταρρίχηση… αντίθετα εκεί κυριαρχεί η βαρύτητα…
Και τι είναι αυτή η άνωση που ανέφερες; τη ρώτησε.
Η αντίσταση του είναι να προδώσει τα μυστικά του. Η άρνηση ενός βαθύτερου τμήματός μας να αποκαλύψει πράγματα, να φωτίσει διαμερίσματά του, να μας βοηθήσει…
Η άρνηση, επανέλαβε εκείνος συμφωνώντας.
Ναι… στην κατάδυση επιχειρούμε εμείς την ψηλάφηση στα έγκατα, στην καταρρίχηση έχουμε την απρόσμενη συνδρομή της… βαρύτητας του είναι. Θυμάμαι πως το είχες αναλύσει αυτό κάποτε αλλά δεν είχα κατανοήσει σχεδόν τίποτα. Όλα αυτά μου φαίνονταν ασκήσεις επί χάρτου περισσότερο παρά βιώματα από… το μέτωπο.
Και ως βαρύτητα του είναι τι ορίζεις λοιπόν;
Ότι ναι μεν στην καταρρίχηση υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ‘τραυματισμού’, να γκρεμιστείς από ένα μεγάλο ύψος, να τσακιστείς, να χαθείς για πάντα, όμως μπορείς να εκμεταλλευτείς τον παράγοντα της μνήμης και του χρόνου. Ενώ στις καταδύσεις αυτός είναι εχθρός, εδώ είναι σχεδόν ‘φίλος’.
Και την άνωση όμως μπορείς να την εκμεταλλευτείς, σωστά; συνέχισε εκείνος και ένιωσε πως η βραδιά είχε αρχίσει να ζωηρεύει.
Δεν ξέρω… δεν το έχω επιτύχει ακόμα αυτό… πώς μπορείς;
Αν πάψεις να αντιστέκεσαι.
Ναι… αλλά…
Αν ‘υποκριθείς’, αν ‘προσποιηθείς’ πως είσαι ένα ‘νεκρό φορτίο’… τότε θα επιταχύνεις την κατάδυσή σου…
Δεν του είπε τίποτε.
Σου αρέσουν τα καρτούν;, τη ρώτησε ξαφνικά
Ναι, απάντησε χαμογελώντας εκείνη.
Θυμάσαι εκείνα με τον road runner και το κογιότ; Που σε όλα τα επεισόδια το κογιότ τον κυνηγά, επινοεί τρόπους να τον γραπώσει αλλά ο road runner πάντα κερδίζει;
Ναι, βέβαια… είναι από τα αγαπημένα μου… και συμπαθούσα πάντα το κογιότ…
Με ένα του νεύμα συμφώνησε κι εκείνος.
Θυμάσαι κάποιες σκηνές που το κογιότ τρέχοντας, περνάει την άκρη ενός γκρεμού, συνεχίζει να τρέχει στον αέρα και ξαφνικά… πέφτει στο κενό;
Ναι, βέβαια…
Έχεις παρατηρήσει πότε πέφτει; Μπορείς να ανακαλέσεις αυτές τις σκηνές;
Ναι… πέφτει όταν… συνειδητοποιεί τι του συμβαίνει…
Μερικές φορές σ’αυτά τα καρτούν κρύβονται ολόκληρα μαθήματα εσωτερισμού που θα χρειάζονταν ώρες ανάλυσης. Πράγματι λοιπόν, το κογιότ γκρεμίζεται ακριβώς τη στιγμή που ‘επιστρέφει’ από το ταξίδεμά του… ας πούμε τη στιγμή που η εγρήγορσή του επαναδιατυπώνει τις συντεταγμένες του πραγματικού κόσμου… ενώ για λίγο η βαρύτητα είχε εξαφανιστεί, οι φυσικοί νόμοι επιστρέφουν και…
Σε όλα τα καρτούν υπάρχουν ανάλογες σκηνές νομίζω, είπε εκείνη. Θυμάμαι τώρα κάποιες με το Μπάγκς Μπάνι, το Ντάφι και άλλους. Άρα, είναι κάτι που έχει μια μεγαλύτερη σημασία. Σωστά;
Οι δημιουργοί αυτών των ταινιών ήξεραν πολλά περισσότερα από όσα νομίζουμε. Πίσω από τις ξεκαρδιστικές περιπέτειες των ‘αφελών’ πρωταγωνιστών, κρύβονται αλήθειες για πολλά θέματα που αργότερα συνειδητοποιούμε. Όπως ακριβώς τα μεγάλα παραμύθια, όπως η Χιονάτη, είναι συγκλονιστικές και ολοκληρωμένες αφηγήσεις μυητικού χαρακτήρα. Αυτές οι ταινίες με τα κινούμενα σχέδια, δίνουν στους δημιουργούς βαθμούς ελευθερίας έκφρασης που δεν έχουν σε άλλα πεδία.
Αυτό όλο μοιάζει με την παραίνεση του Δον Χουάν στον Καστανέντα πάνω από τον γκρεμό; Όταν του λέει ‘πέτα, έχεις φτερά, άνοιξέ τα και πέτα’; Δεν θυμάμαι ακριβώς τι συνέβη και πώς αλλά…
Κάπως έτσι… αλλά ας μην το ανοίξουμε όλο το θέμα απόψε καθώς είναι τεράστιο… ας γυρίσουμε στην κατάδυση…
Στην προσποίηση πως είμαι ένα ‘νεκρό’ φορτίο και βυθίζομαι;
Ακριβώς… είναι κάτι ανάλογο με το περπάτημα του κογιότ στον αέρα… μονάχα που εδώ συνειδητά ξεγελάμε το νου… αυτή είναι η διαφορά…
Και ο νους ξεγελιέται;
Για λίγο… όσο μας χρειάζεται για να καταδυθούμε σε κείνους τους πυρήνες που υπάρχει το έμπυρο υλικό που μας ενδιαφέρει. Εάν χάσουμε την αυτοσυγκέντρωσή μας όμως…
Ο νους θα μας πάρει χαμπάρι…
Και βέβαια θα μας ανεβάσει ξανά στην εγρήγορση… όπως αντίστοιχα αλλά αντίστροφα κάνει με το δύστυχο το κογιότ… το επαναφέρει στην τάξη και…
Πάρτον κάτω…
Ναι…
Ακούγεται εύκολο αλλά δεν είναι…
Αλήθεια… είναι ‘εύκολο’ μονάχα όταν κοιμόμαστε… εκεί όμως εισερχόμαστε στις περιοχές του ασυνειδήτου, των ονείρων κλπ. Αλλά είναι κάτι ανάλογο βέβαια.
Δηλαδή η κατάδυση τελικά είναι ένα είδος διαλογισμού;
Ένας ‘ονειρικός διαλογισμός’ θα μπορούσα να πω. Όμως και αν δεν έχει απόλυτη επιτυχία δεν πειράζει. Δεν έχουμε Ολυμπιακούς Αγώνες εδώ για να διεκδικούμε μετάλλια. Εργαζόμαστε με το είναι μας και το κάνουμε όταν και αν και όσο θέλουμε… μερικές φορές η εργασία γίνεται από μόνη της…
Όλο αυτό μου θυμίζει και τον Επίκουρο… ‘λάθε βιώσας’… μια μυητική ανάγνωση του Επίκουρου είναι αυτή η δράση της… παραφύλαξης; …νομίζω πως συνδέονται όλα αυτά…
Φυσικά συνδέονται… επειδή δεν έχουμε εποπτεία του δικτύου δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει… αν δεν συνδέονται τότε εμείς τώρα δεν είμαστε εδώ, δεν υπάρχουμε… όχι θεωρητικά, δεν υπήρξαμε ποτέ… όμως νομίζω πως είπαμε αρκετά γι απόψε…
Είχε περάσει η ώρα. Έπρεπε να αποχαιρετιστούν. Σηκώθηκαν και περπάτησαν ξανά σιωπηλοί μέσα στη νύχτα.




Τρίτη, Αυγούστου 15, 2017

Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;



Θέτω το ερώτημα όμως γνωρίζω πως πρόκειται στην ουσία για κάτι άλλο. Πρόκειται για αίνιγμα.
Το αίνιγμα έχει θαυμαστές ομοιότητες με έναν κώδικα. Έναν κώδικα όμως ξεχωριστό που κανείς ή δεν μπορεί ή δεν θέλει να σπάσει. Η παραβίαση του κώδικα ισοδυναμεί με λύση του αινίγματος αλλά και με κάτι ακόμη. Το πρόβλημα της μεταγραφής του νοήματός του.
Τούτο σημαίνει ευθύνη. Και βούληση για αληθινή δράση.
Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;
Αν δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο το ερώτημα δεν συνιστά αίνιγμα. Είναι απλά ένα περιττό φορτίο και με ευχαρίστηση αποβάλλεται.
Αν ο ποιητής ανήκει σε αυτόν τον κόσμο το αίνιγμα διαλάμπει, έχει ζωή, ανασαίνει. Και αναμένει το λύτη.
Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;
Η ιστορία δεν διευκολύνει τον ποιητή.
Ο χρόνος είναι εχθρός του ποιητή κι ακόμα εχθρός του είναι ο ορίζοντας. Οποιοσδήποτε ορίζοντας.
Οι αφηγήσεις δεν διευκολύνουν τον ποιητή.
Οι ιστορήσεις, τα λογοτεχνήματα, οι θεωρήσεις.
Οτιδήποτε προβάλλει τον εαυτό του ή οτιδήποτε κραυγάζει την κατασκευή ενός εαυτού.
Ο εαυτός δεν διευκολύνει τον ποιητή.
Συνεπώς, ακόμη κι αν απαντηθεί το ερώτημα, κανείς δεν μπορεί να το μεταγράψει. Αν το δούμε διαφορετικά, πιο εξυπηρετικά με μια έννοια, η μεταγραφή του νοήματος έχει ήδη αποβληθεί από τον κόσμο.
Ο κόσμος 'δεν έχει ανάγκη' τον ποιητή.
Αλλά λιμοκτονεί για την ποίηση.
Εκείνο που πυργώνεται με συμπαγή βεβαιότητα εμπρός μου είναι η αλήθεια του ποιητή. Χωρίς αυτόν ο κόσμος δεν μπορεί να μοιράσει τον εαυτό του. Χωρίς αυτόν ο κόσμος μοιάζει με έναν τυφλό που προσποιείται ότι βλέπει ώσπου να πέσει στο χαντάκι. Δεν είναι η ντροπή της πτώσης. Είναι το όνειδος της αποκάλυψης.
Η αλήθεια του ποιητή, λοιπόν, τι παράδοξο, μεταγράφεται.
Έχει ρυθμό και δόνηση, έχει αίμα και ρίγος.
Χωρίς το ρίγος της κάθε στιγμής δεν αρδεύεται η αιωνιότητα.
Ο ποιητής γεννιέται με το ρίγος και το μεταδίδει αφειδώλευτα. Πάντα, για όσο ζει, για όσο αναπνέει. Ακόμα κι όταν δεν ζει. Όταν μνημονεύεται ή όταν καταδικάζεται.
Τι είναι ο ποιητής για τον κόσμο;
Το αίνιγμα επιστρέφει σε κείνον που το έθεσε.
Κάθε φορά που ακυρώνεις τον ποιητή μέσα σου, χλευάζεις το αιώνιο στο αίμα σου.
Κάθε φορά που σκοτώνεις τον ποιητή, κλείνεις το στόμα και τη μύτη σου για να μην ανασαίνεις.
Κάθε φορά που αρνείσαι το βλέμμα στον ποιητή, το στρέφεις στον εαυτό σου.


Τι είσαι εσύ για τον κόσμο;


Jamie Poole

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2017

Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος.



Η δυστυχία έχει πολλά πράγματα να σου δώσει, που δεν μπορεί να σου τα δώσει η ευτυχία. Η ευτυχία σου παίρνει πολλά πράγματα. Η ευτυχία παίρνει όλα όσα είχες ποτέ, όλα όσα ήσουν ποτέ. Η ευτυχία σε καταστρέφει! Η δυστυχία θρέφει το εγώ σου και η ευτυχία είναι βασικά μια κατάσταση χωρίς εγώ.
Αυτό είναι το πρόβλημα, το επίκεντρο του προβλήματος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι το βρίσκουν δύσκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γι’ αυτό, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο έχουν αποφασίσει να ζουν μίζερα και δυστυχισμένα. Αυτό σου δίνει ένα πάρα πολύ αποκρυσταλλωμένο εγώ. Όταν είσαι δυστυχισμένος, υπάρχεις. Όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν υπάρχεις. Μέσα στη δυστυχία αποκρυσταλλώνεσαι, μέσα στην ευτυχία σκορπίζεσαι.
Αν αυτό γίνει κατανοητό, τότε τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα.
Η δυστυχία σε κάνει ιδιαίτερο. Η ευτυχία είναι ένα συμπαντικό φαινόμενο. Δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο σ’ αυτήν.
Τα δέντρα είναι ευτυχισμένα και τα ζώα είναι ευτυχισμένα και τα πουλιά είναι ευτυχισμένα. Ολόκληρη η ύπαρξη είναι ευτυχισμένη, εκτός από τον άνθρωπο. Με το να είναι δυστυχισμένος, ο άνθρωπος γίνεται πολύ ιδιαίτερος, ξεχωριστός.

Η δυστυχία σου δίνει την ικανότητα να προσελκύεις την προσοχή των ανθρώπων. Όποτε είσαι δυστυχισμένος, σε προσέχουν, σε συμπαθούν, σ’ αγαπούν. Οι πάντες αρχίζουν να σε φροντίζουν. Ποιος θέλει να πληγώσει έναν άνθρωπο δυστυχισμένο;

Αν η σύζυγος δεν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος έχει απλώς την τάση να την ξεχνάει. Αν είναι δυστυχισμένη, ο σύζυγος δεν μπορεί να την αγνοήσει. Αν ο σύζυγος είναι δυστυχισμένος, ολόκληρη η οικογένεια –η σύζυγος, τα παιδιά– βρίσκονται γύρω του και τον νοιάζονται. Αυτό του δίνει μεγάλη παρηγοριά. Νιώθει κανείς ότι δεν είναι μόνος, ότι έχει οικογένεια, φίλους.
Όταν είσαι άρρωστος, όταν νιώθεις κατάθλιψη, οι φίλοι έρχονται να σε επισκεφθούν για να σε παρηγορήσουν. Όταν είσαι ευτυχισμένος, οι ίδιοι φίλοι ε ζηλεύουν. Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, θα βρεις ολόκληρο τον κόσμο να έχει στραφεί εναντίον σου.
Σε κανέναν δεν αρέσει ο ευτυχισμένος άνθρωπος, επειδή ο ευτυχισμένος άνθρωπος πληγώνει το εγώ των άλλων. Οι άλλοι αρχίζουν να νιώθουν: «Ώστε εσύ είσαι ευτυχισμένος κι εμείς εξακολουθούμε να σερνόμαστε μέσα στο σκοτάδι, τη μιζέρια και την κόλαση. Πως τολμάς εσύ να είσαι ευτυχισμένος, όταν όλοι εμείς βρισκόμαστε μέσα σε τόση δυστυχία;»

Και ασφαλώς ο κόσμος αποτελείται από δυστυχισμένους και μίζερους ανθρώπους και κανένας δεν έχει αρκετό θάρρος, για να αφήσει ολόκληρο τον κόσμο να στραφεί εναντίον του. Αυτό είναι υπερβολικά επικίνδυνο. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Είναι προτιμότερο να είσαι προσκολλημένος στη δυστυχία. Αυτό σε κάνει μέρος του πλήθους —του ινδουϊστικού, του μουσουλμανικού, του ινδικού, του αραβικού, του ιαπωνικού.
Ευτυχία; Ξέρεις τί είναι η ευτυχία; Είναι ινδουϊστική, είναι χριστιανική, είναι μουσουλμανική; Η ευτυχία είναι απλώς ευτυχία. Μεταφέρεται κανείς σε έναν άλλο κόσμο. Δεν είναι πια μέρος του κόσμου που έχει δημιουργήσει ο νους του ανθρώπου. Δεν είναι πια μέρος του παρελθόντος, της άσχημης ιστορίας. Δεν είναι πια μέρος του χρόνου.
Όταν είσαι πραγματικά ευτυχισμένος, ευδαιμονικός, ο χρόνος εξαφανίζεται, ο χώρος εξαφανίζεται...


...Όταν είσαι δυστυχισμένος, η κοινωνία σ’ αγαπάει, οι άνθρωποι σε σέβονται τόσο, που μπορείς να γίνεις ακόμη και άγιος. Γι’ αυτό και οι άγιοί σου είναι όλοι δυστυχισμένοι. Η δυστυχία είναι γραμμένη φαρδιά-πλατιά πάνω στο πρόσωπο και τα μάτια τους. Επειδή είναι δυστυχισμένοι, εναντιώνονται σε κάθε είδους χαρά. Επικρίνουν κάθε είδους χαρά ως ηδονισμό. Είναι δυστυχισμένοι και ήθελαν να δουν ολόκληρο τον κόσμο δυστυχισμένο. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν άγιοι. Σε έναν ευτυχισμένο κόσμο, θα τους νοσήλευαν, θα τους έκαναν θεραπεία. Αυτοί είναι παθολογικοί άνθρωποι.
Έχω δει πολλούς αγίους κι έχω κοιτάξει και τις ζωές των αγίων σου. Οι ενενήντα εννέα στους εκατό είναι απλώς ανώμαλοι —νευρωτικοί ή ακόμα και ψυχωτικοί. Οι άνθρωποι όμως τους σέβονται. Και να θυμάσαι, τους σέβονται εξαιτίας της δυστυχίας τους.

Σπουδαίοι άγιοι, που έκαναν μεγάλες νηστείες, απλώς βασάνιζαν τον εαυτό τους. Αυτό δεν χρειάζεται και πολλή ευφυΐα. Τις πρώτες μέρες είναι δύσκολο —την πρώτη εβδομάδα. Η δεύτερη βδομάδα είναι εύκολη. Την τρίτη εβδομάδα, δεν μπορείς να φας. Την τέταρτη βδομάδα το έχεις ξεχάσει τελείως. Το σώμα απολαμβάνει να τρώει τον εαυτό του, αισθάνεται λιγότερο βαρύ και προφανώς δεν έχει προβλήματα με τη χώνεψη. Και όλη η ενέργεια που προηγουμένως πήγαινε στη χώνεψη, τώρα πηγαίνει στο κεφάλι. Μπορείς να σκέφτεσαι περισσότερο, μπορείς να είσαι περισσότερο συγκεντρωμένος, μπορείς να ξεχάσεις το σώμα και τις ανάγκες του.
Αυτά τα πράγματα όμως δημιουργούν δυστυχισμένους ανθρώπους και δυστυχισμένη κοινωνία. Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις ότι σου δίνει πολλά πράγματα: Οι άνθρωποι σε σέβονται. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο φιλικά απέναντί σου. Θα έχεις περισσότερους φίλους αν είσαι δυστυχισμένος. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι σ’ αυτόν είναι θεμελιωδώς λανθασμένο. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό.

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Γίνε όμως ευτυχισμένος και οι άνθρωποι θα σε ζηλεύουν. Δεν θα είναι πια φιλικοί μαζί σου. Νιώθουν ότι τους κοροϊδεύεις. Έχεις κάτι που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. «Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος;» Έτσι, εδώ και αιώνες, έχουμε μάθει το μηχανισμό: Καταπιέζουμε την ευτυχία και εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση μας.

Πρέπει να εγκαταλείψεις όλον αυτό τον μηχανισμό. Πρέπει να μάθεις να είσαι ευτυχισμένος και πρέπει να μάθεις να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και πρέπει να μάθεις να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους.
Να το θυμάσαι αυτό. Αυτή είναι μια μεγάλη προσφορά στην ανθρωπότητα. Μη δείχνεις οίκτο στους δυστυχισμένους ανθρώπους. Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις οίκτο. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την κουβαλάει. Άφησέ τον να μάθει ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, είναι απλώς επειδή το έχεις ανάγκη.» Και δεν κάνεις τίποτα με το να προσπαθήσεις να μπεις μέσα στη δυστυχία του άλλου ανθρώπου για να τον βγάλεις από εκεί, επειδή η δυστυχία είναι άσχημη. Άφησε τον άνθρωπο να νιώσει ότι η δυστυχία είναι άσχημη, ότι το να είναι δυστυχισμένος δεν είναι προσφορά στην ανθρωπότητα.
Να είσαι ευτυχισμένος, να σέβεσαι την ευτυχία και βοήθα τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η ευτυχία είναι ο σκοπός της ζωής —σαττσινανάντ. Οι μύστες της Ανατολής έχουν πει ότι ο Θεός έχει τρεις ποιότητες. Είναι σατ –αλήθεια–, τσιτ –συνειδητότητα– και άναντ —ευδαιμονία.
Όπου υπάρχει ευδαιμονία, εκεί βρίσκεται και ο Θεός. Όποτε βλέπεις έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, σεβάσου τον —είναι άγιος. Κι όποτε αισθάνεσαι ότι μια συνάθροιση ανθρώπων είναι γεμάτη ευδαιμονία, θεώρησέ την ιερό χώρο.


OSHO  Βουτιές στον Ωκεανό της Ζωής
Εκδόσεις: Ρέμπελ

επιλεγμένα αποσπάσματα από την ανάρτηση  Η επιλογή της δυστυχίας από το εξαιρετικό ιστολόγιο του Γιάννη Αυγουστάτου OSHO-LAND

Δευτέρα, Ιουλίου 31, 2017

Ομίχλη



Θυμάσαι εκείνη την όμορφη εποχή;
Την εποχή της καθαρότητας; Της λιακάδας; Της ευδίας;
Θυμάσαι τον ήλιο της σχέσης μας;
Ήταν λαμπερός, θαλερός, παλλόμενος… σχεδόν θρασύς…
Εγώ θυμάμαι την ομίχλη…
Την ομίχλη που μας σκότωσε… την ομίχλη που μας τα πήρε όλα…
Αυτή θυμάμαι εγώ… και το ότι κάποια στιγμή… άγνωστο πως και γιατί, έπαψα να σε βλέπω…
Έπαψες κι εσύ να βλέπεις εμένα… αυτός που κοίταζες δεν ήμουν εγώ, αυτή που κοίταζα δεν ήσουν εσύ…
Προκειμένου να οικειωθούμε το μεταξύ μας, γίναμε ξένοι στον εαυτό μας…
Αναζητώντας προσκύρωση στο έμπεδο, χάσαμε το ροϊκό…
Ψηλαφώντας τις διαστάσεις του εαυτού, αρνηθήκαμε το εν τω αυτώ…
Δεν μας εκδικήθηκε το αύριο ούτε το χτες…
Μας αφάνισε το τώρα που πρώτοι εμείς περιφρονήσαμε…

Κι έπειτα
Κάποια μέρα
Δεν ξέρω το πώς και το γιατί…
Γεννήθηκε η ομίχλη…
Τα σκέπασε όλα, τα κατάπιε όλα…

Κι όταν την ανασάναμε τόσο ώστε να γίνουμε ένα μ’αυτήν…
Μας εγκατέλειψε…

Και πήρε μαζί της τα πρόσωπα
Τις ιαχές
Τις γεωμετρίες
Τα πιθανώς
Τα επιπλέον
Τα ενδεχομένως…
Ακόμα κι αυτά...

Στην ερημία που άφησε πίσω της
Ο χρόνος γενναιόδωρα
Και πάντα μοχθηρά
Σου προσφέρει την προίκα της επίγνωσης…

Κι έτσι προχωράς…



Ιουλ2017